Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 14 Apr 2012, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Φόνος Εκ Προμελέτης

Δεν ήταν κάτι εύκολο όπως το περίμενα. Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο που είχα επιλέξει να του τερματίσω τη ζωή. Όλοι οι υπολογισμοί μου με οδήγησαν σ’ αυτόν. Υπολογισμοί βασισμένοι σε φόρμουλες που θα εξυπηρετούσαν ένα σκοπό. Την εύρεση του πιο περιττού ανθρώπου.  Παρόλο το μεγαλεπήβολό μου σχέδιο ήμουν ρεαλιστής. Ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να είχα μαζέψει σε ένα ανεκτό χρόνο τα στοιχεία όλων των ανθρώπων που ζουν. Τουλάχιστον θα περιοριζόμουν στην πόλη μου και θα ανακούφιζα την υπερπληθή κοινωνία. Έπειτα θα το επέκτεινα πιο μακριά. Είχε πάρει παραπάνω από όσο περίμενα. Χρειάστηκα να παραβιάσω τα κρατικά συστήματα διαχείρισης προσωπικών δεδομένων. Ευτυχώς είχα τις γνώσεις για τη διεύρυνση της αναζήτησής μου σε χρήσεις πιστωτικών καρτών και τραπεζικών συναλλαγών από τα υποψήφια θύματα. Έπειτα το μόνο που χρειάστηκε ήταν να εισάγω όλα τα νούμερα που είχα μαζέψει στο πρόγραμμα ανάλυσης και να το αφήσω να κάνει όλες τις συγκρίσεις μεταξύ αυτών των δεδομένων. Το πρόγραμμα ανάλυσης που είχα δημιουργήσει δεν άργησε να εντοπίσει τον άνθρωπο που η ύπαρξή του ήταν περιττή σ’ αυτόν τον κόσμο. Ένας που δεν είχε επηρεάσει κανενός τη ζωή. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι πράξεις του και η εργασία του δεν είχαν καμιά σημασία. Και δεν προσέφεραν τίποτα παραπάνω στο σύνολο. Δεν μπορούσα να βάλω κάποιο άστεγο ή κάποιον που ζούσε σε μια άλλη ακραία συνθήκη γιατί αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να επηρεάσουν τους γύρω του. Αυτά ήταν κάποια επιπρόσθετα δεδομένα που έπρεπε να επιβεβαιώσω με το μάτι μου. Δεν μπορούσα να εμπιστευθώ ολοκληρωτικά μια μηχανή. Έπρεπε να εφαρμόσω ένα σχέδιο στενής παρακολούθησης.

Τα στοιχεία ήταν αδιαμφισβήτητα, τελικά οι μηχανές δεν κάνουν λάθος. Ο στόχος ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε σε ένα δικό του σπίτι. Ένα δυαράκι σε μια ανύποπτη συνοικία. Οι σχέσεις του ήταν ανύπαρκτες πέρα από το τυπικό γεια στο γειτονικό μπακάλη. Όταν είχα φτάσει σε ένα βαθμό να είμαι άνετος με το καθημερινό πρόγραμμα του έψαξα το πιο σκοτεινό και απομονωμένο σημείο του δρόμου που περνούσε. Δεν ήθελα ούτε να με δει, αλλά και ούτε να υπάρχουν πολλές πιθανότητες να περάσει κάποιος θεατής.

Και τον περίμενα εκεί. Με ένα μεγάλο μαχαίρι. Από αυτά που βρίσκει κανείς σε οποιαδήποτε κουζίνα. Το είχα πιάσει από τη λαβή και ήμουν έτοιμος να το καρφώσω στην κοιλιά του καθώς θα ερχόταν αρκετά κοντά μου. Ήταν στην ώρα του όπως κάθε μέρα. Ο ιδρώτας στις παλάμες μου και στις μασχάλες με ξάφνιασαν. Νόμιζα ότι ήμουν έτοιμος, αλλά στην στιγμή της πράξης δίστασα. Καθηστέρησα για κάποια δευτερόλεπτα να βγάλω το μαχαίρι. Το θύμα μου μάλλον κάτι θα υποψιάσθηκε και πρόλαβε να πιάσει το χέρι μου καθώς κατευθυνόταν προς σ’ αυτόν. Συνέβη κάτι που δεν είχα προβλέψει. Πάλεψε για τη ζωή του. Προσπάθησα με δύναμη να ωθήσω τη μύτη του μαχαιριού προς τα πλευρά του, αλλά αντέκρουσε τη βιαστική μου κίνηση. Κρατούσαμε και οι δυο το μαχαίρι. Έκανα μια απεγνωσμένη προσπάθεια να απελευθερωθώ κρατώντας το μαχαίρι, αλλά δεν με άφησε. Συγκρουστήκαμε και οι δυο με το στήθος μας, το μόνο πράγμα που βρέθηκε ανάμεσα μας ήταν η λεπίδα του μαχαιριού με τη μύτη της καρφωμένη κάπου στην κοιλιά μου. Σφάδαξα από τον πόνο κρατώντας τη λαβή. Ενώ το υποψήφιό μου θύμα που έγινε τώρα θύτης την άφησε γρήγορα τρομαγμένος. Με κοίταξε για λίγο απεγνωσμένα και μετά το έβαλε στα πόδια. Αιμορραγούσα, αλλά ίσως να προλάβαινα να φτάσω στο σπίτι μου. Οι σκέψεις μου ήταν συγκεχυμένες. Όμως ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο καθώς κοιτούσα την βαθιά πληγή μου. Θα πέθαινα. Τελικά οδήγησα τον εαυτό μου στο φόνο μου.
 

Leave a Reply