Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 20 Mar 2017, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Η Σκιά

"Κοιτάς ποτέ πίσω σου;"
"Τι εννοείς;" Με ρωτάει το ραντεβού μου. Ραντεβού. Παλιομοδίτικη λέξη, αλλά και η ίδια η πράξη, δηλαδή η πρώτη συνάντηση, ξεπερασμένη δεν είναι; Να λες στον άλλον, χωρίς να τον ξέρεις, να βγείτε. Όλη η προετοιμασία, το να λέει ο καθένας για τη ζωή του για χιλιοστή φορά. Και μετά να λες κάτι και να ρίχνεις όλη την προσπάθειά στο γκρεμό. Εγώ δεν χρειάστηκα πολύ. Μόνο μια ερώτηση, που την είχα στο μυαλό μου για πολύ καιρό. Την εξέφρασα και τώρα με κοιτάζει λες και είμαι ο πιο creepy άνδρας στην καφετέρια.
"Εννοώ, δεν νιώθεις μερικές φορές σαν να σε παρακολουθούν;" Tο έκανα χειρότερο. Γιατί πάντα το κάνω αυτό; Το βλέμμα της πηγαίνει στο κινητό της. Σκέφτεται να στείλει ένα μεγάλο "Σώστε με" στις φίλες της ή περιμένει εκείνο το τηλέφωνο "διάσωσης" μήπως χρειαστεί να φύγει όλως τυχαίως νωρίτερα;
"Θα στο πω διαφορετικά. Ξέρεις πως είναι να σε κοιτούν, έτσι;" Τα αμυγδαλωτά μάτια της στενεύουν για λίγο. Όχι δεν θέλω να σου πω καμιά κλασσική ατάκα πεσίματος.
"Θυμήσου, πως είναι να περπατάς και να ξέρεις ότι σε κοιτάνε από πίσω." Σκέψου.
"Ναι, οκ. Και;" Να πάρει πάλι το αισθάνομαι. Κάτι έχει εστιάσει στο σβέρκο μου. Όχι δεν θα τη ρωτήσω.
"Λοιπόν, μερικές φορές μπορεί να σου συμβεί το ίδιο χωρίς να έχεις προσπεράσει κάποιον. Σε μένα έχει γίνει δηλαδή." Λίγο, να έγερνα το κεφάλι μου πλάγια, να δω.
"Έχεις ζητήσει βοήθεια;" Το γόνατό της ανεβοκατεβαίνει, το νιώθω να χτυπάει ελαφριά το τραπέζι. Ρίχνω το κουταλάκι κάτω.
"Συγνώμη" της λέω ανάμεσα από τα δόντια μου χωρίς να ακούω τι μου λέει και σκύβω να δω. Είναι η σκιά μου. Κάθε φορά η σκιά μου. Σηκώνω το κεφάλι μου. Περιμένει. Μια άλλη προσπάθεια επικοινωνίας.
"Πώς έχεις νικήσει τους φόβους σου;" Τη ρωτάω. Κάτι περνάει γρήγορα από την άκρη του ματιού μου.
"Δεν ξέρω. Τους αντιμετώπισα; Έπαιρνα φυσικά βοήθεια και από τους δικούς μου" Ένα μαύρο περίγραμμα κρέμεται στον τοίχο πίσω από τους ώμους της. Είμαι σίγουρος ότι δεν πέφτει κανονικά η σκιά της εκεί. Το φως της λάμπας δεν κοιτάζει προς τα εκεί.
"Ξέρεις έχει πάει αργά", κοιτάει το ρολόι της ενώ η σκιά μεγαλώνει, "Όλα καλά; Γιατί πιάνεις το τραπέζι από τις άκρες;"
"Εεε", Δεν θα με πιστέψει αν της πω ότι αυτό το μαύρο που είναι από πίσω της ξεκινά από τα πόδια μου. Είναι κάτι δικό μου.
"Ναι, πρέπει να φύγουμε" της απαντάω βιαστικά.
"Πόσο… Ε! άσε το χέρι μου!" Πρόσεχε, πάω να της πω. Φουσκώνει, σαν να θέλει να σε καταπιεί.
"Θα πληρώσω εγώ"
"Καλά", μου λέει ενώ ένας φόβος φαίνεται στο πρόσωπό της. Η σκιά σαν να χαμογελάει. Επιστρέφει ξαφνικά στη θέση της. Βγάζω το πορτοφόλι μου από το τζιν και από μέσα τα ψηλά για να πληρώσω τους αποτυχημένους καφέδες μας.
"Πάω στο μπάνιο λίγο" μου λέει. Καθώς σηκώνεται πάω κι εγώ να σταθώ όρθιος, αλλά χέρια γραπώνονται πάνω στα πόδια μου και με κρατάνε στην καρέκλα. Σηκώνω το τραπεζομάντιλο. Ένα χρώμα διαφανές που σκουραίνει τα παπούτσια μου και το παντελόνι ανεβαίνει όλο και πιο πάνω. Χτυπάω με τα χέρια μου τα πόδια μου. Οι λίγοι θαμώνες με κοιτάνε παραξενεμένοι. Πως να δουν κάτω από το τραπέζι; Θέλω να ουρλιάξω, να τους ζητήσω βοήθεια, αλλά κάτι έχει μπει μέσα από το λαιμό μου και μου κλείνει κάθε δίοδο αναπνοής. Τα χέρια μου είναι μαγκωμένα. Σαν ένα μαύρο παχύρρευστο υγρό να περνάει μέσα από τις φλέβες μου και να γίνομαι κάτι άλλο.
Η κοπέλα γυρνάει από το μπάνιο.
"Όλα καλά;" Αυτός σηκώνεται και χαμογελάει.
"Τέλεια. Θα σε πάω εγώ" της λέει.

Leave a Reply