Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 29 Nov 2016, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

,

Η σκιά του Σακόρου Μακάτα

Η σκιά του Σακόρου Μακάτα

Ο Σακόρου Μακάτα όποτε γυρνούσε το κεφάλι για να κοιτάξει τη σκιά του, το μυαλό τυλιγόταν με νήματα σκοταδιού σαν ένα κουβάρι. Όπως άλλες φορές η όρασή του μαύριζε όταν κοιτούσε για πολύ ώρα την ανατολή. Ο Σακόρου ήξερε ότι οι σκιές δεν μοιάζουν με τον ήλιο και σίγουρα δεν μπορεί κανείς να τυφλωθεί από τις σκιές όσο επίμονα και αν τις κοιτάξει. Αλλά στη θέση τη δικιάς του έβρισκε  μόνο ένα κενό, τόσο βαθύ ώστε να χαθεί το μυαλό του μέσα του. Γι’ αυτό απέφευγε να την ψάξει όλο αυτόν τον καιρό μέχρι που ένας γάτος τον ρώτησε για αυτήν.

«Τι συμβαίνει με τη σκιά σου κύριε;»

«Ο Σακόρου δεν θυμάται» του απάντησε. Ο γάτος είχε περάσει μέσα από τη σχισμή ανάμεσα στις ξύλινες σανίδες του αυλόγυρου.  Ο Σακόρου είχε καρφώσει τις σανίδες ένα ηλιόλουστο πρωινό, γιατί όλα τα άλλα σπίτια γύρω του είχαν πόρτα στον αυλόγυρο ενώ η η δική του αυλή ως τότε ήταν ανοιχτή. Ο γάτος χάιδευε με τα πλευρά τους αστράγαλους και τα λυγισμένα γόνατα του Σακόρου καθώς εκείνος κλάδευε την τριανταφυλλιά. Το μαύρο του τρίχωμά ήταν φουντωτό με κάποιες σκόρπιες πινελιές λευκού.

«Πως σας λένε κύριε γάτε», ρώτησε ο Σακόρου

«Νομπούρου Ουατάγια»

«Ο Σακόρου χάρηκε που σας γνώρισε Νομπούρου Ουατάγια. Από πού ήρθατε;»

«Από το διπλανό νεκροταφείο. Περιμέναμε να έρθει η κυρία που μας ταΐζει ψάρια»

«Η κυρία Ρέιζο, ο Σακόρου τη γνωρίζει, μιλάει στον εαυτό της πολύ γρήγορα για Σακόρου»

Ο Νομπούρου Ουατάγια έτριψε για μια άλλη φορά τη μουσούδα του στα πόδια του Σακόρου και έκανε ένα κύκλο γύρω του.

« Κύριε έχετε μήπως εσείς λίγο ψάρι; Αν μάλιστα ήταν τόνος θα ήταν ότι καλύτερο»

 «Ο Σακόρου μπορεί να έχει, περιμένετε εδώ μέχρι να ψάξει μέσα στο σπίτι»

Ο Νακάρα σηκώθηκε από την τριανταφυλλιά. Η μυρωδιά από το φρέσκο χώμα και το πίτουρο γέμιζε τα ρουθούνια του ακόμα και τώρα που ήταν όρθιος. Τα λουλούδια είχαν ήδη σηκώσει ψηλά τα πέταλά τους. Δεν ήταν πρώτη φορα που έχει χρησιμοποιήσει τα χέρια του για να δίνει ζωή Ήταν κάτι που απλώς μπορούσε να το κάνει  όπως τότε που είχε βάλει τα χέρια του πάνω σε ένα σταχτί μικρό γατάκι. Οι τρίχες του ήταν κατσιασμένες και τα ποδαράκια του βρίσκονταν σε αφύσικη θέση. Το είχε βρει έξω από την αυλή του παρατημένο στο δρόμο. Είχε κρατήσει τις παλάμες πάνω στην πλάτη του γατιού μέχρι η κοιλίτσα του να ξεκινήσει  να ανεβοκατεβαίνει. Ο δυνατός πόνος που είχε εισβάλει εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι του σαν να το πίεζαν από μέσα δεν τον άφησε να κάνει τίποτα περισσότερο. Ευτυχώς τώρα δεν πονούσε το κεφάλι του. Έσυρε τα γερασμένα πόδια του πάνω στα άσπρα χαλίκια και πριν περάσει το διάζωμα της πόρτας άφησε τις σαγιονάρες στο χαμηλό σκαλοπάτι. Φόρεσε τις μάλλινες παντόφλες που τον περίμεναν μέσα στο σπίτι και έφτασε μέχρι την ψάθινη πόρτα. Την έσυρε και πέρασε μέσα στην κουζίνα. Σε ένα από τα ντουλάπια που κρέμονταν στους μπεζ τείχους εντόπισε το τελευταίο τενεκεδάκι τόνου. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του και έβγαλε ένα μικρό πιατάκι για να το αδειάσει. Όταν γύρισε πίσω στον κήπο στη θέση του Νομπούρου βρισκόταν ένα κορίτσι. Δεν πρέπει να ήταν μικρότερη από 14 χρονών. Φορούσε γαλάζια σορτς και γύρω από το λαιμό της κρεμόταν ένα ζευγάρι ακουστικά κασετοφώνου. Καθάρισε τη βραχνάδα από το λαιμό του.

«Γεια σου δεσποινίς. Μήπως είδες ένα γάτο; Μου ζήτησε τόνο.»

«Ένα μαύρο με άσπρες μύτες στα αυτιά του και στις πατούσες του;», τον ρώτησε με τα δάχτυλά της να ζωγραφίζουν τα φουντωτά του άκρα στον αέρα.

«Ναι, αυτός είναι ο Νομπούρου Ουατάγια.»

«Πώς ξέρεις το όνομά του;»

«Ο Νομπούρου το είπε στον Σακόρου. Το δικό σας ποιο είναι;»

«Μαίη Κασαχάρα», απάντησε εκείνη.

«Ξέρετε μήπως που πήγε; Τον ψάχνει ο ιδιοκτήτης της» συνέχισε η Μαίη. «Ο Τόρου Οκάντα μένει μερικά τετράγωνα πιο μακριά από σας.»

«Ο Σακόρου δεν ξέρει, αλλά μπορεί να πήγε πάλι στο διπλανό νεκροταφείο για να τον ταΐσει η κυρία Ρέιζο.»

Ο Σακόρου προχώρησε αργά-αργά προς την έξοδο της αυλής του σπιτιού του και βρέθηκε δίπλα στη Μαίη.  «Ακολουθήστε τον Σακόρου», της χαμογέλασε και την προσπέρασε περπατώντας προς το νεκροταφείο.

Ο δρόμος προς το νεκροταφείο ήταν περιστοιχισμένος από αμυγδαλιές. Τα ροζ μπουμπούκια ίσα-ίσα άρχισαν να βγαίνουν από τα κλαδιά προμηνύοντας την άνοιξη που θα ερχόταν. Όταν έφτασαν στην κόκκινη πύλη διέκρινε μια σειρά από ψηλούς πέτρινους οβελίσκους, Ήταν σαν να έβλεπε από μακριά τις γκρίζες πολυκατοικίες του Κυότο.

«Η κυρία Ρέιζο δεν είναι εδώ, ίσως αν φωνάζαμε το όνομα του Νομπούρου να ερχόταν»

«Ναι, έχετε δίκιο», η Μαίη έβαλε τις παλάμες της γύρω από τα χείλη της σαν χωνί και ξεκίνησε να φωνάζει το όνομά του γάτου.

Ο Σακόρου φώναζε όσο του επέτρεπαν οι ταλαιπωρημένες χορδές του μετά από τόσα χρόνια. Κάθε τόσο στηριζόταν στις πέτρινες στήλες των μνημείων για να πάρει μια ανάσα. Μπροστά από κάθε πέτρα υπήρχαν κεριά, και μερικές φορές μικρά αντικείμενα όπως ένα πακέτο τσιγάρων, μια φωτογραφία ή ένας μικρός βούδας. Καθώς διάβαζε τα κόκκινα ονόματα που ήταν χαραγμένα κάθετα πάνω τους ένιωθε ότι κάποια τα ήξερε. Ίσως κάποιοι  να ήταν μαζί του στο σχολείο, μπορεί να ήταν και δίπλα του όταν είχαν όλα φωτιστεί και ο Σακόρου σταμάτησε να θυμάται . Οι σκιές των πέτρινων κολώνων έπεφταν η μια πάνω στην άλλη, σαν στρατιώτες που στοιχιζόταν με το χέρι στον ώμο του μπροστινού. Η διάταξη διακοπτόταν σε ένα σημείο. Περίεργος να δει πλησίασε. Είχαν σκάψει μια τρύπα, μάλλον για να χτίσουν ένα καινούριο μνήμα.

«Τι βρήκατε εκεί κύριε Μακάτα;»
«Τη σκιά» απάντησε ψιθυριστά ο Σακόρου.

«Ορίστε;»

«Μαίη ο κύριος Μακάτα είναι μπερδεμένος. Νόμιζε ότι θα βρει εδώ κάτι δικό του που είχε χάσει.»

«Χμμ, ο φίλος μου που έχει τη γάτα, έμπαινε μέσα σε ένα πηγάδι για να σκεφτεί. Χρησιμοποιούσε μια μεγάλη σκάλα και κατέβαινε μέχρι τον πάτο του πηγαδιού. Δεν έχω καταλάβει γιατί, αλλά πάντως τον βοηθούσε»

«Ίσως θα έπρεπε και ο κύριος Μακάτα να κατέβει»

Η τρύπα δεν ήταν αρκετά βαθιά. Έκατσε αργά στο χείλος και μουρμούρισε ένα παράπονο από τον πόνο στα γόνατά του αφήνοντας τα πόδια να κρέμονται μέσα στο λάκκο όπως όταν ήταν στην άκρη της πλαγιάς πάνω από τον ωκεανό. Οι μύτες των ποδιών του μόλις που άγγιζαν το χώμα και σιγά-σιγά γλίστρησε μέχρι να πατήσει καλά στο έδαφος.

«Τέλεια! Τα καταφέρατε κύριε Μακάτα, τώρα καθίστε ή ξαπλώστε»

Ο Σακόρου ξαπλώσε μέσα στην τρύπα. Η σκιά θα τον περικύκλωνε και θα ήταν σαν να είχε μια δική του σκιά.

Η Μαίη κοίταξε γύρω της. «Παντού δοχεία με τις στάχτες νεκρών ανθρώπων. Άραγε βλέπουν αυτό που βλέπετε κι εσείς τώρα; Νιώθουν ότι κλείνονται κάπου όταν οι δικοί τους βάζουν τη στάχτη τους σε ένα κουτί;»

Ο Σακόρου την άκουγε με δυσκολία. Το μυαλό του γινόταν ένα με το σκοτάδι.

«Κύριε Μακάτα, νομίζω πως είδα τον Νομπούρου να περνά πίσω από τα δέντρα. Θα πρέπει να τρέξω. Ελάτε να σας βγάλω»

Ο Σακόρου ξύπνησε από το λήθαργο. Το μυαλό του έκαιγε σαν να είχε κάτσει πολύ ώρα κάτω από τον ήλιο. Κοίταξε το φωτεινό πρόσωπο της Μαίη και του έδωσε το χέρι του για να τον βοηθήσει.

«Κύριε Μακάτα είστε πολύ βαρύς»

«Δεν το σκέφτηκε αυτό ο κύριος Μακάτα πριν μπει στην τρύπα.»

«Μάλλον εγώ μπορώ να σας βοηθήσω», είπε η κυρία πίσω από το κεφάλι της Μαίη και έδωσε το χέρι της στον Μακάτα.

«Κυρία Ρέιζο! Ευτυχώς που ήρθατε», το ξεθωριασμένο πρόσωπο της τώρα φαινόταν καλύτερα. Οι ελιές της ήταν σαν μικρά βοτσαλάκια.

«Να ΄ναι καλά οι γάτες, να λέτε. Κύριε Μακάτα πως βρεθήκατε εδώ. Αλλά ας  βγούμε καλύτερα πρώτα από εδώ. Τι λέτε;»

Ο Σακόρου έδωσε το ένα χέρι του στην κυρία Ρέιζο  και το άλλο στη Μαίη και οι δυο μαζί τον τράβηξαν συγχρόνως για να ανέβει βγάζοντας μια κραυγή. Η Μαίη αποχαιρέτησε τον κύριο Μακάτα για να τρέξει πίσω από τη γάτα και ζήτησε συγνώμη για οποιαδήποτε πρόβλημα μπορεί να προκάλεσε.

«Τι λέτε να σας γυρίσω πίσω κύριε Μακάτα»; Είπε η κυρία Ρέιζο στον Σακούρο.

«Ναι, ο Σακούρου θα το ήθελε πολύ αυτό»

«Τελικά είστε όλο εκπλήξεις κύριε Μακάτα»

«Απλώς ψάχναμε τον Νομπούρου Ουατάγια»

«Θέλω να ακούσω πολύ την ιστορία σας κύριε Μακάτα»

Ο Σακόρου ίσως αυτή τη φορά να είχε κάτι να πει. Η κυρία έβαλε το χέρι της κάτω από το χέρι του Μακάτα και τον υποστήριξε καθώς βάδιζαν. Γύρισε το βλέμμα του πίσω για μια στιγμή και είδε να τη σκιά της κυρίας Ρέιζο να τους ακολουθεί, σαν να την μοιραζόταν κι αυτός.

 

 

Leave a Reply