Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 14 Jun 2015, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

,

Νυχτερινές Βάρδιες

Η πανσέληνος έκανε ντροπές και κρυβόταν πίσω από το παραβάν της συννεφιάς. Δυο σκιές μέσα στο σκοτάδι ξεχώριζαν όπως μουτζούρες σε σελίδα λερωμένη από καφέ. Χωρίς γάλα. Σκέτος.

“Όλοι σκέφτονται εκείνους που αναγκάζονται να κάνουν τη δουλειά τους το βράδυ. Να, για παράδειγμα, εκείνους που κάνουν σκοπιά τις γερμανικές ώρες, αχ , τους καημένους, που δεν τους αφήνουν να κοιμηθούν. Όμως τον λοχία ή τον υπολοχαγό που θα τους κάνει έφοδο για να δουν αν οι στρατιώτες είναι σε ετοιμότητα, τους σκέφτεται κανείς; Το γεγονός ότι πρέπει να ξυπνάνε και αυτοί μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και να σηκώνονται από το ζεστό κρεβάτι τους για να ταρακουνήσουν μάταια κάτι μαμμόθρεφτα, τους σκέφτεται κανείς;”

“Κανείς!” Απάντησε η διπλανή φιγούρα καθαρίζοντας τον εαυτό του από τα χώματα.

“Όλοι σκέφτονται τους ανθρώπους που τους ληστεύουν τα σπίτια. Την τρομερή ταραχή που έπαθαν και τα χρήματα που έχασαν, αν και θα τα χαλούσαν έτσι κι αλλιώς κάπου αλλού. Όμως τον κλέφτη, τον άμοιρο που αναγκαστικά κάθε βράδυ κάνει ακροβατικά στα μπαλκόνια, που μερικές φορές αφού διακινδυνέψει τη ζωή του δεν βρίσκει τίποτα μέσα στο σπίτι αξιοποιήσιμο και γυρνάει με άδεια χέρια και πεινασμένος, τον σκέφτεται κανείς;”

“Κανείς!” Απάντησε σέρνοντας κάτι μεγάλο κοντά στην αγκαλιά του.

“Όλοι σκέφτονται τα παιδάκια, εκείνα τα μυξιάρικα που δεν μπορούν να κοιμηθούν μέσα στο σκοτάδι και πάντα ζητούν από τους γονείς τους να αφήσουν λίγο την πόρτα ανοιχτή να μπαίνει φως επειδή μπορεί να τους έρθει κανένας μπαμπούλας και τους αρπάξει το πόδι μέσα από την κουβέρτα. Όμως τον μπαμπούλα που κάθε βράδυ πρέπει να αντικρίζει το πιτσιρίκι και να υπομένει τα ουρλιαχτά του, τον σκέφτεται κανείς;”

“Βασικά τον έκαναν ταινία κινουμένων σχεδίων…” τον διέκοψε καθώς καθόταν.

“Ε; Ναι, δεν έχει σημασία”, στήριξε το ένα χέρι του σε μια όρθια πλάκα που ήταν κοντά του, “αυτό που θέλω να πω είναι ότι κάνεις δεν σκέφτεται αυτούς για τους όποιους βρίσκονται εκεί οι άνθρωποι. Αυτούς από τους οποίους προσπαθούν να προστατευτούν. Καταλαβαίνεις που το πάω;”

“Μμμ; Α! Φυσικά. Φυσικά”, ξεκόλλησε το στόμα του από κάτι που έμοιαζε σε έναν τρίτο άνθρωπο, αν και δεν φαινόταν να ενοχλείται.

“Ρε παράτα το λαιμό του νεκροθάφτη κι άκου με λίγο.” ο αρχικός ομιλητής είχε καρφώσει το βλέμμα του στις κόκκινες σταγόνες που έτρεχαν από το χείλη του συνομιλητή του.

“Μα μόλις τον δάγκωσα!” Το αίμα τιναζόταν σαν σιντριβάνι, “Το ελιξίριο της ζωής, κρίμα δεν είναι να αφήσουμε χαμένη την πρόσκλησή του;”

“Πφφ, άθλιε διψασμένε, με κάτι τέτοια μας παρεξηγούν και μας κυνηγούν με τους σταυρούς και τα σκόρδα,” γυρνάει το βλέμμα του μακρυά από το θέαμα.

“Να μιλήσουμε σοβαρά τότε”, σκούπισε το σαγόνι του, “θέλεις να πεις ότι πρέπει να κοιτάξουν από τη δική μας πλευρά;”

“Ακριβώς!”

“Να γυρίσουν ας πούμε μια κωμωδία με βρικόλακες και να αρχίσουν να γελάνε μαζί μας και να λένε: ε, εντάξει έχουν και αυτοί τις ανάγκες τους μωρέ.”

“Θα μας κοροϊδεύουν; Θα τολμήσουν οι …θνητοί;”

“Τι νομίζεις ότι θα κάνουν μόλις σταματήσουν να μας φοβούνται; Γιατί μη νομίζεις. Αν αρχίσουν να μας καταλαβαίνουν και να μας συμπονούν, θα σταματήσουν να τρομάζουν”, σηκώθηκε κι ένας κούφιος ήχος ακούστηκε από το τρυπημένο θύμα που έπεσε, “Και μετά θα αρχίσουν τα γέλια”

“Αυτοί οι παρακατιανοί; Να γελάνε μαζί μας; Το ακούω και μου ανεβαίνει το.. φέρε μου σε παρακαλώ το βοηθό του νεκροθάφτη”

“Έφτασε! Σκέψου το άλλο, όσο βυθίζεις τους κυνόδοντες στο ανυπεράσπιστο θύμα μας. Αν δεν φοβόταν ο στρατός για την εξωτερική απειλή, δεν θα υπήρχαν οι φαντάροι, οι στρατιώτες που κάνουν σκοπιά στα σύνορα, και μετά δεν θα χρειαζόταν και η δουλειά του επόπτη από τους αξιωματικούς αφού δεν θα χρειαζόταν να κάνουν έφοδο. Μπορεί όλοι να έμεναν και από δουλειά αν δεν υπήρχε ο στρατός. Ή αν οι άνθρωποι δεν τους ένοιαζε αν θα τους έκλεβαν τα πολύτιμα πράγματά τους από τα σπίτια τους ή τις δουλειές τους τότε οι σεκιουριτάδες δεν θα είχαν δουλειά! Κι αν τα παιδάκια δεν θα φοβόντουσαν, τότε η Disney δεν θα έβγαζε λεφτά!”

“Άρα μου λες ότι πρέπει να μας φοβούνται; Ότι πρέπει να μας μισούν;” εκτόνωσε το θυμό του λαιμό του νεαρού.

“Ακριβώς! Γιατί αλλιώς δεν θα μας περίμεναν εδώ με τα φτυάρια τους, έτοιμοι να σπάσουν το κεφάλι όποιου ξεθαβόταν από το χώμα. Κι εμείς δεν θα είχαμε έτοιμη σάρκα για να χορτάσουμε την έντονη πρώτη δίψα μας που χωρίς αυτή δεν θα είχαμε τη δύναμη να συνεχίσουμε μέχρι να βρούμε το επόμενο θήραμα μας.”

“Έχεις ένα δίκιο. Τώρα μπορώ πιο εύκολα να σταθώ στα πόδια μου.”

“Είδες;” έξυσε το κεφάλι του, “αν θυμάμαι καλά πρέπει ένας δυο φαντάροι να κάνουν σκοπιά παρακάτω.”

«Πάμε να τους κάνουμε έφοδο! Mου-χα-χα»

Leave a Reply