Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 25 May 2014, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Ο άνθρωπος που περπατούσε αργά

Έμοιαζε με όλους τους άλλους ακόμα και στην παιδική του ηλικία. Όταν όμως τα άλλα παιδιά τον γνώριζαν και του μιλούσαν έχαναν το ενδιαφέρον τους. Πήγαιναν αμέσως πίσω στα παιχνίδια τους. Κι αυτός όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει, να κάνει αυτά που έκαναν με την ίδια ταχύτητα. Απλώς θα κοιτούσε τα ορθάνοιχτα στόματά τους καθώς γελούσαν. Το κουδούνι θα χτυπούσε και όλα έτρεχαν. Λες και βιαζόντουσαν να ξεκινήσει το μάθημα. Ακόμα και εκεί οι συμμαθητές του πρέπει να ήταν πιο έξυπνοι από αυτόν γιατί μέχρι να σηκώσει το χέρι του οι υπόλοιποι θα είχαν ήδη σηκώσει το δικό τους και θα απαντούσαν.

Αυτό δεν τον σταμάτησε. Συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο ακόμα και όταν τον κορόιδευαν. Ακόμα και όταν γυρνούσε στο σπίτι του κι έκλαιγε στην αγκαλιά της μητέρας του.

“Γιατί μαμά είναι τόσο κακοί μαζί μου;” πάντα την ρωτούσε με αναφιλητά.

“Γιατί δεν σε καταλαβαίνουν, αγόρι μου” πάντα η μητέρα του απαντούσε καθώς χάιδευε βιαστικά τα μαλλιά του. Και η νύχτα πάντα θα έφτανε ανακουφιστικά σύντομα.

Ένα πρωινό η μητέρα του τού είπε ότι αποφάσισε να τον στείλει σε ένα ιδιαίτερο σχολείο. Γιατί κι αυτός ήταν ένα ιδιαίτερο παιδί. Αυτός χαμογέλασε και ένευσε καταφατικά. Εκεί θα γνώριζε άλλα παιδιά σαν αυτόν. Ήταν σίγουρος. Εκεί οι δάσκαλοι θα περίμεναν μέχρι να τελειώσει τις προτάσεις του. Όπως περίμεναν υπομονετικά όλα τα άλλα παιδιά με τα στρογγυλά μάτια τους και τα στρογγυλά πρόσωπά τους. Κι όντως φαίνονταν ικανοποιημένοι και του έλεγαν ότι ήταν πρώτος στην τάξη.  Ακόμα και οι συμμαθητές του μιλούσαν πιο αργά απ’ ότι στο προηγούμενο σχολείο. Αλλά δεν έβγαζε νόημα από αυτά που έλεγαν. Μάλλον δεν ήταν αρκετά έξυπνος να τους καταλάβει. Μάλλον έτσι τον έβλεπαν οι δάσκαλοί του και απλώς συμφωνούσαν με ότι έλεγε. Δεν ήθελε να πάει σχολείο άλλο πια. Ζήτησε από τη μητέρα του με λυγμούς να μείνει μαζί της κι αυτή δεν μπορούσε να του πει όχι.

Χρόνια περνούσαν κι έξω από το παράθυρό του έβλεπε τα άλλα παιδιά που είχαν μεγαλώσει τόσο που είχαν τρίχες στα σαγόνια και στα μάγουλά τους, ενώ αυτός δεν είχε αγγίξει ακόμα ξυράφι. Όμως όταν η μητέρα του γέρασε, έπρεπε αυτός να βγαίνει έξω από το σπίτι και να φέρνει τα απαραίτητα στο σπίτι. Αλλά φοβόταν τόσο πολύ. Του φαινόταν επικίνδυνα όλα. Τα αυτοκίνητα περνούσαν με ιλιγγιώδης ταχύτητα από μπροστά του χωρίς να τον αφήνουν να πάρει ανάσα. Τα φανάρια αναβόσβηναν γρήγορα και δεν τα προλάβαινε. Μέχρι που ένα αμάξι τον χτύπησε στο πόδι του. Ένας διαπεραστικός πόνος προστέθηκε στον πόνο της ανεπάρκειάς του. Το ασθενοφόρο θα τον μετέφερε με βιασύνη στο κοντινότερο νοσοκομείο. Όμως οι γιατροί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το λόγο που το πόδι του δεν δένει αρκετά γρήγορα. Ρωτούσε “Τι συμβαίνει;” αλλά ποτέ δεν καθόντουσαν για να του εξηγήσουν. Μέχρι που ένας γιατρός μεγαλύτερος σε ηλικία από τους συναδέλφους του θα τον ενημερώσει ότι πάσχει από μια πάθηση. Ο νεαρός είπε “Ξέρω είμαι αργός”

“Ναι, είσαι αργός, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζεις”, ο γιατρός δεν μπορούσε να σταθεί για περισσότερη ώρα όρθιος παρόλο που βρισκόταν εκεί για τόσο λίγο. Τράβηξε μια καρέκλα κοντά του λες και ήταν από πούπουλα και την τοποθέτησε από κάτω του.

“Βλέπεις, έχεις μια πάθηση που δεν την έχουμε ξανασυναντήσει. Όλος ο οργανισμός σου φαίνεται να δουλεύει με ρυθμό σαλιγκαριού”, ο γιατρός έδεσε τα μικρά λουριά της ρόμπας αστραπιαία. Ο νεαρός άντρας δεν θα μπορούσε να τα δέσει τόσο γρήγορα. Ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι τόσο γρήγορος όσο όλοι οι άλλοι. Άλλα ήταν οι σκέψεις του παρόμοιες με τις σκέψεις των άλλων;

“Θέλετε να πείτε ότι τελικά είμαι έξυπνος; Μα οι άλλοι άνθρωποι;” Ρώτησε και ο γιατρός κοίταξε τον ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον διπλανό τοίχο. Ακολούθησε το βλέμμα του και παρατήρησε τον δείκτη των δευτερολέπτων να τρέχει τόσο γρήγορα που δεν προλάβαινε καν να το δει. Ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο ήταν το νόημα που μετρούσαν τα δευτερόλεπτα.

“Γιε μου, φαίνεται ότι έχεις ένα διαφορετικό εσωτερικό ρολόι από τους άλλους. Αντιλαμβάνεσαι τα πάντα πολύ γρηγορότερα. Για παράδειγμα αυτό το ρολόι για μας πηγαίνει πολύ πιο αργά από όσο εσύ το βλέπεις”

Αυτό σήμαινε ότι όλος ο κόσμος πήγαινε πιο γρήγορα απ’ αυτόν.

Έμεινε για τις υπόλοιπες ιατρικές εξετάσεις, αλλά οι γιατροί δεν βρήκαν περαιτέρω εξηγήσεις για αυτό που του συνέβαινε. Έφυγε για το σπίτι του πίσω στη μητέρα του για να την προσέχει. Η είδηση όμως τον είχε ήδη προλάβει και όλοι τον περίμεναν εκεί για τον ρωτήσουν για την κατάστασή του. Περίμεναν νευρικά μέχρι να τελειώσει τις προτάσεις του. Όμως κατέλαβε ότι δεν θα μπορούσε να επικοινωνήσει όλα αυτά που ήθελε να πει. Κι έτσι ξεκίνησε να γράφει ένα βιβλίο. Θα χρησιμοποιούσε έναν επεξεργαστή κειμένου που προέβλεπε τις λέξεις με το γράψιμο των πρώτο γραμμάτων με αποτέλεσμα να μην του έπαιρνε τόσο χρόνο. Το όνομα του βιβλίου ήταν “Ο άνθρωπος που περπατούσε αργά”. Εκεί θα περιέγραφε πως τα πάντα προχωρούσαν τόσο γρήγορα σε σχέση με αυτόν. Και πόσο του φαινόταν ότι οι άνθρωποι έχαναν τόσα πολλά επειδή έτρεχαν. Πόσο θα ωφελούνταν και οι ίδιοι αν επιβράδυναν τον τρόπο ζωής τους ώστε να βιώσουν τον χρόνο που φεύγει τόσο γρήγορα. Το βιβλίο έφτασε σε όλες τις άκρες της χώρας και σύντομα θα αποκτούσε τους πρώτους μαθητές του. Θα τον επισκέπτονταν και θα προσπαθούσαν να ζήσουν συγχρόνως με το δικό του ρυθμό. Θα συγκεντρώνονταν στο κάθε δευτερόλεπτο. Τώρα είναι πολύ μεγαλύτερος. Οι παλιοί του φίλοι έχουν πεθάνει, αλλά νέοι φίλοι έχουν έρθει στον δρόμο του και μοιράζονται τις αργές, αλλά πεφωτισμένες σκέψεις του.

Leave a Reply