Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 30 Mar 2014, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Ο φίλος του Φάνη

“Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

νομίζω ότι βρήκα τι θα κάνει καλά τον μπαμπά μου”,

ψιθύρισε ο μικρός Φάνης καθώς χάραζε με το μολύβι του παράξενα γράμματα πάνω στο τετράδιό του. Η μορφή των γραμμάτων δεν θύμιζαν την αλφάβητο που μάθαινε στο σχολείο. Ήταν γεμάτα γωνίες από μικρές γκρίζες ευθείες που ενώνονταν μεταξύ τους. Άφησε κάτω το μολύβι του ικανοποιημένος και κοίταξε το μεγάλο βιβλίο που είχε δίπλα του. Χάιδεψε το δερμάτινο εξώφυλλο του και τον τίτλο που εξείχε από αυτό. Τα γράμματα ήταν παρόμοια με αυτά που είχε σχηματίσει πριν. Η μυστική γλώσσα τον βοηθούσε να γράφει τις σκέψεις του στο ημερολόγιό χωρίς να φοβάται μήπως ο πατέρας του τις διαβάσει. Η ώρα ήταν περασμένη και με ένα αγκομαχητό έβαλε το βαρύ βιβλίο κάτω από το κρεβάτι του.

 

“Γιατί έχεις ακόμα ανοιχτό το φως;” ούρλιαξε ο πατέρας του Φάνη από το σαλόνι. Άφησε στο τραπέζι το άδειο μπουκάλι και σηκώθηκε για να δει γιατί ήταν ξύπνιος.

“Το παλιόπαιδο”, ψιθύρισε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα του παιδικού δωματίου. Ο γιος του τραντάχτηκε από τον ξαφνικό χτύπο. Κοίταξε το αγνώριστο πρόσωπο του πατέρα του πάνω από το κεφάλι του.

“Γιατί δεν έχεις κοιμηθεί ακόμα; Τι έχουμε πει για την ώρα;” Ο Φάνης δεν μπορούσε να αντιδράσει όπως και στους εφιάλτες του, τα χείλη του σαν να είχαν ραφτεί μεταξύ τους. Αν μπορούσε θα φώναζε τον φίλο του, αλλά μόνο μια μικρή σχισμή έμενε ανοιχτή για να μπορέσει να αναπνέει.

“Τι έχεις εκεί;” Η ανάσα του μύριζε αλκοόλ. Πήρε στα χέρια του το ημερολόγιο. Στένεψε τα κόκκινα μάτια του. “Ακόμα γράφεις με ορνιθοσκαλίσματα; Δεν σας μαθαίνουν τίποτα πια;” και πέταξε το τετράδιο στον κάδο των αχρήστων.

“Ένα γερό ξύλο θες τώρα” Ο Φάνης έβαλε τις χούφτες του μπροστά από τα μάτια του για να προστατευτεί.

 

Το επόμενο πρωινό ο Φάνης ξύπνησε από το ροχαλητό του πατέρα του. Στο τελευταίο του όνειρο άκουγε βρυχηθμούς από άγρια ζώα. Τώρα μπορούσε να καλέσει τον φίλο του. Έβγαλε το δερματόδετο βιβλίο κάτω από το κρεβάτι και άρχισε να απαγγέλλει από την πρώτη σελίδα. Ήταν η μόνη σελίδα που είχε γράμματα από την γλώσσα που μάθαινε στο δημοτικό. Όπως και την πρώτη φόρα που βρήκε το βιβλίο έβαλε το δάχτυλό του κάτω από την κάθε κάθε λέξη που διάβαζε. Κι αργά-αργά έκανε την επίκληση που χρειαζόταν για να εμφανιστεί μια ακόμα φορά ο φίλος του.

“Γιατί δεν με φώναξεςςς εχθέςςς το βράδυ;” ρώτησε ο φίλος του μόλις εμφανίστηκε. Οι λέξεις που ακούστηκαν ήταν γεμάτες φθόγγους κι ένας άνθρωπος θα κατάφερνε να τις ψελλίσει μόνο αν είχε δυο γλώσσες μέσα στο στόμα του. Όμως ο Φάνης τον καταλάβαινε.

“Δεν πρόλαβα”, είπε χαμηλόφωνα το αγόρι χαϊδεύοντας το μελανιασμένο μάγουλό του.

“Το ξέρειςςς ότι δεν χρειάζεται πια να με καλείςςς με αυτόν τον τρόπο”, τον πλησίασε ενώ τα μαύρα μάτια του εξέταζαν τα φρέσκα σημάδια του αγοριού. Άλλοτε μπορεί να το τρόμαζαν αυτά τα μάτια, όμως πια είχε συνηθίσει την παρουσία του.

“Ο δεσμόςςς μαςςς έγινε τόσο δυνατόςςς ώστε να είμαι συνέχεια δίπλα σου.”

“Είσαι ο μόνος φίλος μου.”  Κάθε φορά που ήταν δίπλα του ήξερε ότι τίποτα δεν μπορούσε να τον πειράξει.

“Άρα θα με ακούσειςςς;”

“Θέλω να δείξω πρώτα στον μπαμπά κάτι της μαμάς”, η μητέρα του αγαπούσε τον πατέρα του όπως και τον ίδιο πάρα πολύ. Έτσι του είχε πει όταν τον ξύπνησε πριν φύγει στα βιαστικά. Την είχε ρωτήσει νυσταγμένα που πήγαινε και του εξήγησε ότι θα καταλάβαινε όταν θα μεγάλωνε. Ο πατέρας του θα καταλάβαινε. Ήταν μεγάλος.

“Δεν θα αλλάξει κάτι. Θα δειςςς.”

“Θα με βοηθήσεις;” Ο φίλος του ένευσε κεφάλι του θετικά υποχωρώντας στην επιμονή του παιδιού.

Για να πάνε στην κρεβατοκάμαρα έπρεπε να περάσουν πρώτα από το σαλόνι. Όμως ο πατέρας του Φάνη κοιμόταν στον καναπέ. Ο μικρός πήγε να βάλει τον δείκτη του πάνω στα χείλια του καθώς γυρνούσε προς τον φίλο του για να μην κάνει θόρυβο, αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί όπως είχε εμφανιστεί. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι.

 

Στάθηκε στις μύτες των γυμνών δακτύλων των ποδιών του και με αργά βήματα προσπέρασε το τέρας που κάποτε τον αγκάλιαζε. Πώς γίνεται να είχε αλλάξει τόσο πολύ; Όμως θα γινόταν ξανά καλά. Χαμογέλασε. Ο πατέρας του άνοιξε το στόμα του όπως ένα λιοντάρι πριν δαγκώσει το θήραμά του. Το χαμόγελο του αγοριού μετατράπηκε σε μια τρομαγμένη γκριμάτσα. Ο πατέρας του ξανάκλεισε το στόμα του και συνέχισε να βγάζει το πιο τρομακτικό ήχο που είχε ακούσει. Ο Φάνης συνέχισε την πορεία του και μόλις έφτασε στην κλεισμένη πόρτα της κρεβατοκάμαρας  έστριψε το μπρούτζινο πόμολο σιγά-σιγά. Γύρισε στην πλευρά του καναπέ για να δει ότι δεν είχε κουνηθεί ο πατέρας του. Η πόρτα σύρθηκε πάνω στην μοκέτα και η μυρωδιά της κλεισούρας τον ξύπνησε για τα καλά. Μπήκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κλείνοντας τόσο την πόρτα ώστε να διεισδύει ίσα-ίσα μια χαραμάδα φως από το σαλόνι.

“Είσαι εδώ;” ψιθύρισε ο Φάνης

O φίλος του βγήκε μέσα από τις σκιές σαν να ήταν πάντα εκεί.

“Να’ σαι” πήγε να φωνάξει κι έκλεισε το στόμα του με τα χέρια του γρήγορα. Αν ξυπνούσε τον πατέρα του θα είχε κακά ξεμπερδέματα.

“Τι χρειάζεσαι;”

“Τα πράγματα της μαμάς. Δεν είναι εδώ. Πού, πού είναι;”

“Εύκολο. Στην πάνω ντουλάπα”, έδειξε με το μακρύ νύχι του.

O φίλος του δεν μπορούσε να τον βοηθήσει όμως να την φτάσει. Ότι πήγαινε να ακουμπήσει απλώς περνούσε από μέσα του.

Ξεχώρισε μέσα στο ημίφως το κάθισμα που ήταν μπροστά από την τουαλέτα. Το έσυρε μέχρι την ντουλάπα αφήνοντας δυο σκούρες γραμμές πάνω στο χαλί. Το σκαρφάλωσε  και τέντωσε το χέρι του για να φτάσει την άκρη της πόρτας της πάνω ντουλάπας. Μέσα ήταν ένα μεγάλο κουτί και το τράβηξε με δύναμη μέχρι που έπεσε με φόρα στα μπράτσα του. Έχασε την ισορροπία του για λίγο και παραλίγο να ρίξει κάτω την κούτα. Ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει από τις μασχάλες του. Την έσφιξε καλά στα χέρια του και αφού κατέβηκε από το κάθισμα την άφησε χάμω. Μακάρι να το έβρισκε εκεί μέσα. Κάτι του φάνηκε ότι γυάλισε. Αυτό πρέπει να ήταν. Κρατούσε έναν μικρό καθρέφτη. Ήταν φθαρμένος και είχε μωβ πινελιές πάνω του. Ήταν ο καθρέφτης της μαμάς. Θυμόταν όταν κρυφοκοιτούσε στο δωμάτιο των γονιών του που το χρησιμοποιούσε κάθε φορά πριν κοιμηθεί για να περιποιηθεί το πρόσωπο της. Ίσως αυτό να βοηθούσε τον μπαμπά του να θυμηθεί. Να γίνει καλύτερα.

 

“Τζάμπα ελπίζειςςς. Το βιβλίο θα σε βοηθήσει.”

“Σου είπα ότι θα το κάνω.”

“Είσαι τυχερόςςς που το βρήκεςςς. Που με βρήκεςςς.”

“Ναι, είμαι”, όντως ήταν, ο φίλος του ήταν που τον έκανε να ξαναχαμογελάσει μετά από πολύ καιρό.

“Θα ξυπνήσει ο πατέραςςςς σου σε λίγο”, τον προειδοποίησε. Ο Φανής γούρλωσε τα μάτια του κι έτρεξε προς την πόρτα. Έβγαλε πρώτα το κεφάλι του και μετά όλο το σώμα του. Προχώρησε με μικρές δρασκελιές προς το δωμάτιό του. Ο φίλος του πάλι δεν τον ακολούθησε.

 

“Λίγα πράγματα έχουν μείνει”, σχολίασε ο φίλος του ξαφνιάζοντας τον. Τον περίμενε δίπλα στο γραφείο του.  Ο Φάνης άνοιξε το βιβλίο και διάβασε σιγά-σιγά τις οδηγίες όπως τον είχε μάθει ο φίλος του. Πήρε μερικά χαρτομάντιλα από το κουτί που είχε στο κομοδίνο και τα τοποθέτησε στην μοκέτα σχηματίζοντας έναν κύκλο.

“Το έχεις ξανακάνει;” ρώτησε το αγόρι.

“Ναι, πριν πάρα πολλά χρόνια. Στο σπίτι που με βρήκεςςς”, ο Φάνης θυμόταν εκείνη την ημέρα σαν να την είχε ζήσει πριν λίγο. Έτρεχε κι έτρεχε μέχρι να πονέσουν τα πόδια του. Είχε γυρίσει από το σχολείο και πριν μπει στο σπίτι του είχε δει τον πατέρα του να μπαινοβγαίνει και να πετάει πράγματα της μαμάς εδώ κι εκεί. Κλωτσούσε κι έδινε γροθιές όπου μπορούσε. Το αγόρι είχε φανταστεί τον εαυτό του στην θέση της ραγισμένης κολόνας κι αισθανόταν τα νωπά ακόμα σημάδια στην πλάτη του. Έτσουζαν. Έκανε μεταβολή κι άρχισε να τρέχει στην γειτονιά. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μέχρι που σταμάτησε από το λαχάνιασμα. Απέναντί του υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Μπήκε μέσα να κρυφτεί και μέσα στην σκόνη και τους ιστούς αράχνης είδε το βιβλίο. Του φάνηκε τεράστιο την πρώτη φορά. Το ξεφύλλισε, αλλά δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιο γράμμα. Εκτός από την πρώτη σελίδα. Με ανυπομονησία είχε διαβάσει τις γνώριμες πια λέξεις. Όταν τελείωσε ξαφνικά εμφανίστηκε ένα τρομακτικό πλάσμα το οποίο έμαθε αργότερα να το αγαπάει. Όταν του εξήγησε για ποιους λόγους βρισκόταν σε εκείνο το σπίτι του έδωσε κουράγιο να γυρίσει πίσω κι ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Φτάνει να το άκουγε.

 

Τώρα θα έκανε αυτό που χρειαζόταν. Άναψε ένα από τα σπίρτα που είχε βρει στην κουζίνα. Η φλόγα του θύμιζε τα μάτια του πατέρα του κάθε φορά που τον πλησίαζε απειλητικά. Πέταξε το αναμμένο σπίρτο στις χαρτοπετσέτες κι αυτές πήραν αμέσως φωτιά. Τις πάτησε με ένα παπούτσι, που είχε δίπλα στο κρεβάτι, για να μην πάρει φωτιά η υπόλοιπη μοκέτα, αν και δεν θα συνέβαινε. Αυτό το κόλπο το είχε μάθει όταν έπαιζε με τη φωτιά. Για να πειραματιστεί είχε βάλει φωτιά σε μια χαρτοπετσέτα. Πίσω της είχε αφήσει ένα τετράγωνο απανθρακωμένου χαλιού σαν μια μόνιμη σκιά της. Ακόμα θυμάται τον πόνο που είχε νιώσει στον πισινό όταν ο πατέρας του τον τιμώρησε. Τότε η μητέρα του ήταν ακόμα μαζί τους.

 

Ύστερα με τριμμένη κιμωλία έφτιαξε γραμμές που τεμνόντουσαν που του θύμιζε αστέρι με τις πέντε γωνίες του να ακουμπούν την περίμετρο του κύκλου. Έπειτα σε κάθε γωνία έβαλε κι από ένα κεράκι. Δεν είχε μείνει κάτι άλλο. Κοίταξε τον φίλο του για επιβεβαίωση.

 

“Θυμάσαι τι πρέπει να κάνειςςς;”

“Ναι. Κι αν ανοίξει το πέρασμα, θα γίνει καλύτερα ο μπαμπάς μου, ε;”

“Ναι, θα σταματήσει να σε χτυπάει. ”

“Πρώτα όμως το καθρεφτάκι της μαμάς. Να το δει.” Να τη θυμηθεί.

“Καλά.”

 

Το σούσουρο είχε φτάσει μέχρι τα αφτιά του πατέρα του Φάνη και τον είχε ξυπνήσει. Είχε ξυπνήσει με έναν δυνατό πονοκέφαλο. Ελάχιστα θυμόταν από το προηγούμενο βράδυ. Μόνο τον εκνευρισμό που του είχε προκαλέσει ο γιος του. Το πρόσωπό του που του θύμιζε τόσο πολύ την μητέρα του. Την γυναίκα του. Την πουτάνα. Τόλμησε να φύγει μετά από όσα είχε κάνει για αυτήν και το παιδί τους. Χρειαζόταν οπωσδήποτε ένα ποτό. Μα σε ποιον μιλάει; Πάλι εκείνον το φανταστικό του φίλο;

“Νόμιζα ότι του το είχα απαγορέψει” είπε στον εαυτό του βραχνιασμένα. Ήξερε από την αρχή ότι το παιδί του ήταν παράξενο. Κι ότι και να έκανε δεν θα διορθωνόταν. Ακόμα η τσιριχτή φωνή του τριγύριζε το κεφάλι του σαν κουνούπι. Γιατί δεν σκάει επιτέλους; Θα έκανε μια τελική προσπάθεια. Και μετά θα έψαχνε για το άλλο μπουκάλι ουίσκι.  

 

Δεν άργησε να βρει την πόρτα του δωματίου του Φάνη.

“Υπάρχει κανείς άλλος εδώ;” τον ρώτησε αγριεμένα ο πατέρας του. Η σημαδεμένη μοκέτα παραμόνευε πίσω από την ανοιγμένη πόρτα.

Ο Φάνης δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ήξερε ότι οποιαδήποτε απάντηση του θα ήταν λανθασμένη. Έχει ήδη συμβεί τόσες φορές.

“Εγώ δεν βλέπω κανέναν εδώ”, άνοιξε τις ντουλάπες του και τις ξανάκλεισε με δύναμη.

Ο Φάνης αναπήδησε.

“Κι αφού δεν είναι κανείς εδώ”, έσπρωξε το κρεβάτι και παρέσυρε την καρέκλα από δίπλα ρίχνοντας την, “τότε δεν υπάρχει λόγος να μιλάς σε κανέναν, έτσι δεν είναι”;

Πλησίασε τον Φάνη προσέχοντας ότι είχε το ένα χέρι πίσω από την πλάτη του.

“Τι κρύβεις;” Το παιδί έτεινε διστακτικά το ένα χέρι του προς το μέρος του. “Πού το βρήκες αυτό;” ρώτησε οργισμένος ο πατέρας του βλέποντας το καθρεφτάκι. Ο Φάνης ακόμα αδυνατούσε να απαντήσει.

“Ήταν της … μητέρας σου, δεν θα έπρεπε να το έχεις εσύ”, κατά λάθος κοιτάχτηκε στο μικρό τζαμάκι. Η όψη του προσώπου του όμως τον εγκλώβισε στην θέση του. Έτριψε το αξύριστο σαγόνι του, τα κόκκινα μάτια του φαινόντουσαν τόσο κουρασμένα.

“Πως κατάντησα έτσι”, μονολόγησε. Συνέχεια σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικό. Κάθε φορά που της ζητούσε συγνώμη πίστευε ότι θα ήταν και η τελευταία. Δεν το είχε σχεδιάσει αυτό. Όμως η πίεση. Το άγχος που έφερνε απ’ έξω… Να είχε λίγο περισσότερη υπομονή. Και θ’ άλλαζε. Όμως όχι. Δεν το έκανε. Δεν τον καταλάβαινε. Και τώρα ο ο γιος του θύμιζε πόσο αδύναμος ήταν. Τον καθρέφτη μπροστά στον οποίο η… κάλυπτε τα σημάδια των λαθών του. Ο ίδιος o γιος του του υποδείκνυε πόσο λίγος ήταν. Ο πονοκέφαλός του έγινε ακόμα πιο δυνατός. Το αγόρι τον είχε φέρει στο δωμάτιο για να του μάθει.  Τα φρύδια του άρχισαν να σιγοντάρουν τη μύτη του δημιουργώντας βέλη, τα μάτια του έκαιγαν πια σαν ηφαίστεια. Το χέρι του έτρεμε από θυμό. Εκσφενδόνισε τον μικρό καθρέφτη μακριά σπάζοντάς τον σε μικρά κομματάκια.

“Θα μάθεις τώρα, που το έκανες αυτό”, και όρμησε προς τον μικρό.

“Μπαμπά”, ο γιος του έκλαιγε.

“Στο ‘πα μικρέ, τώρα κάλεσε με”, φώναξε η συριστή φωνή από το δωμάτιο.

Ο Φάνης γρήγορα ξεκίνησε να ψέλνει χωρίς την βοήθεια του βιβλίου. Μετά από τόσες φορές το είχε μάθει απ’ έξω.

“Τι αλλαμπουρδέζικα λες;”

Ο Φάνης δεν σταμάτησε  και η ένταση της φωνής του ανέβαινε σταθερά.

«Βούλωσε το ή αλλιώς θα σου κόψω την γλώσσα.»

Ο Φάνης συνέχισε. Η παλάμη του πατέρα του χτύπησε το ήδη μαυρισμένο μάγουλο του. Το παιδί γονάτισε από τον πόνο. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια του, τώρα οι λέξεις έβγαιναν ίσα-ίσα από το στόμα του.

“Εντάξει λοιπόν θα σε κάνω να σταματήσεις”, και πήγε να τον αρπάξει από τον γιακά, ο Φάνης σιώπησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ανάμεσα τους εμφανίστηκε ο φίλος του.

Ένα μακρύ μαυρισμένο νύχι ήταν μπροστά από τα μάτια του πατέρα του. Το νύχι αυτό άνηκε σε ένα κοκαλιασμένο δάχτυλο. Ήταν τόσο κοντά στα μάτια του που το μόνο που έβλεπε είναι ότι κατέληγε σε ένα χέρι γεμάτο φολίδες.

“Τι στο…”! Αυτόματα ο άνδρας έκανε ένα βήμα πίσω. Το στόμα του είχε στεγνώσει.

“Διάβασε τώρα τους άλλουςςς στοίχουςςς που σου έδειξα”, είπε η φωνή πίσω από το τεντωμένο χέρι.

Ο Φάνης γρήγορα ξεφύλλισε τις σελίδες μέχρι να βρει αυτή που είχε σημαδέψει κι άρχισε να ψέλνει.

Ο φίλος του προχώρησε δυο βήματα απειλώντας τον πατέρα του Φάνη κι αυτός οπισθοχώρησε.

“Φάνη, είμαι ο πατέρας σου. Δεν ξέρω τι κάνεις, αλλά σταμάτα το.”

“Λίγο ακόμα”, ακούστηκε από την μακρόσυρτη φωνή καθώς έκανε τον άντρα να πλησιάζει στο καμένο κυκλικό περίγραμμα στην μοκέτα.

Ο μικρός συνέχισε να ψέλνει βγάζοντας ακατανόητους ήχους. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε και ούτε ρίσκαρε να κοιτάξει επειδή μπορεί να έχανε κάποια λέξη. Έτρεμε ολόκληρος. Όπως και ο πατέρας του.

Ο φίλος του έκανε ένα άλλο αποφασιστικό βήμα πιο μπροστά και ο πατέρας υποχώρησε μέσα στον κύκλο.  Ακινητοποιήθηκε. Ένας πόνος άρχισε να διατρέχει όλο το σώμα του. Λες και έσχιζε κάποιος το δέρμα του με μια κοφτερή αιχμή. Σαν νύχι. Όμως αν κοιτούσε ο Φάνης θα έβλεπε ότι δεν συμβαίνει τίποτα στο δέρμα του πατέρα του. Τα κεριά έλιωναν πιο γρήγορα απ’ όσο θα έπρεπε σαν να ήταν δίπλα σε μια εστία δυνατής θερμότητας. Αλλά αν ο Φάνης πλησίαζε με τα χέρια του, δεν θα ζεσταινόντουσαν καθόλου. Ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος στις μυστικές λέξεις. Οι ίδιες λέξεις που ακούστηκαν πριν εκατοντάδες χρόνια. Μια ζωώδης κραυγή που δεν θύμιζε τίποτα ανθρώπινο βγήκε από το στόμα του άνδρα. Ένιωθε ότι μια μεγάλη πληγή είχε ανοίξει από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τον κόκκυγά του. Όλα τα σωθικά του ήταν εκτεθειμένα προς τον έξω κόσμο. Δεν άντεχε. Ταρακουνήθηκε για λίγο και έπειτα σωριάστηκε στο έδαφος. Ο μικρός είχε τελειώσει το βιβλίο και γρήγορα πλησίασε τον άντρα. Περίμενε με αγωνία σκυμμένος. Ο ξαπλωμένος άνθρωπος ανοιγόκλεισε τα μάτια του για λίγο μέχρι που σταθεροποίησε το βλέμμα του στο αγόρι.

“Σε ευχαριστώ Φάνη. Με βοήθησεςςς να γίνω καλά.”

Και ο μικρός αγκάλιασε τον καινούριο πατέρα του.

 

Γραμμένη στα πλαίσια του διαγωνισμού διηγήματος στο sff.gr

Leave a Reply