Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 28 Feb 2014, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Ήταν από την αρχή εκεί.

 

Ήταν από την αρχή εκεί. Ξεχασμένη. Τότε η ανάμνηση της ύπαρξής της ήταν διασκορπισμένη όπως η άμμος πάνω της. Αλλά οι αμμόλοφοι κινούνται και πολλές φορές εξανεμίζονται για να δώσουν στη θέση τους άλλους τόπους. Τόπους για ζωή. Σε ανθρώπους που ήρθαν από μακριά. Τους ίδιους που την είχαν δημιουργήσει. Τώρα τους ακούει χωρίς να το ξέρουν. Ένας άντρας και μια γυναίκα περπατούν στις όχθες του ποταμιού της. Αυτοί; Θυμούνται; Φύλλα που θροΐζουν, προσπαθεί να τους μιλήσει. Ξαπλώνουν πάνω της. Ο ήλιος έχει σταματήσει να τη ζεσταίνει από αυτήν την πλευρά. Τους αισθάνεται να σμίγουν. Κουλουριάζονται. Βότσαλα που κατρακυλούν. Παρασέρνονται μες στο ποτάμι. Γελάνε. Τα κεφάλια τους είναι απ' έξω. Το νερό της ακολουθεί τα χάδια τους. Τα σώματά τους είναι πιο θερμά τώρα. Δεν έχει ανάγκη πια τον ήλιο. Οι χτύποι των καρδιών τους πάλλονται γρήγορα. Σχεδόν συντονίζονται. Η ροή του νερού γίνεται εξίσου γρήγορη. Ακολουθεί. Βγάζουν τα μουσκεμένα ρούχα τους και τα πετάνε πίσω στις πέτρες. Σκεπάζεται. Τους ακούει να βγάζουν κραυγές. Όχι, δεν έμοιαζαν με ζώα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Το νερό της τους έχει αγκαλιάσει. Τα δάχτυλά τους αγγίζουν τις πιο κρυφές πτυχές τους. Κι αυτή μαζί τους. Οι γλώσσες τους γνωρίζουν η μια την άλλη. Θέλει να μοιραστεί τα φιλιά τους. Ο άντρας έχει πιάσει τη γυναίκα από τη μέση. Τη σφίγγει πάνω του. Ένα κομμάτι του μπαίνει μέσα της. Η γυναίκα συσπάται. Το νερό τραντάζεται. Τη σπρώχνει. Το σώμα της ανεβαίνει πάνω κάτω ρυθμικά προκαλώντας μικρά κύματα γύρω της. Τα ψάρια έχουν αποπροσανατολιστεί και τα οδηγεί μακριά τους. Ο ρυθμός τους αυξάνεται κι αυτή συστέλλεται και διαστέλλεται. Οι φωνές τους γίνονται πιο δυνατές όπως και η ροή της. Τα τεντωμένα δάχτυλα των ποδιών τους ίσα-ίσα αγγίζουν τον πυθμένα της. Τον νιώθει να προσπαθεί να κρατηθεί από κάπου πέρα από τη γυναίκα. Όμως δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Φτάνει στο όριό του. Όπως κι εκείνη. Όπως και το ποτάμι της. Αφήνει ένα σφοδρό ρεύμα σαν καταρράκτη να βγει από μέσα της και τους παίρνει μακριά από τις όχθες. Η ορμή της τους εμποδίζει να πιαστούν από κάπου. Κουνούν πέρα δώθε τα χέρια τους απελπισμένα. Δεν το ήθελε.

Leave a Reply