Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 29 Sep 2013, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Ιστορίες γεμάτες τζαζ και δάκρυα

«Έλα γρήγορα, ξεκινήσανε» ψιθύρισε στον Άλαν καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του. Η Σιμόν είχε ήδη βγάλει το μάλλινο παλτό της και το παρέδιδε σε μια εξίσου νεαρή κοπέλα πίσω από τον ξύλινο πάγκο. Αυτή πήρε μηχανικά το κόκκινο παλτό και το τοποθέτησε πάνω σε μια κρεμάστρα. Ο Άλαν με γρήγορες κινήσεις έδωσε κι αυτός το δικό του γκρίζο σακάκι. Η μουσική που ερχόταν από το βάθος της σκηνής ήταν σαν να τους έλεγε να βιαστούν.
Η Σιμόν έψαχνε ανάμεσα στο πλήθος.
«Να, εκεί έχει ένα άδειο τραπέζι», του έδειξε και τον τράβηξε από τα χέρια του. Ήταν το αγαπημένο τους κομμάτι και δεν ήθελε να χάσουν ούτε λεπτό. Κάθισαν στις καρέκλες τους και δεν άργησε να εμφανιστεί ένας σερβιτόρος. Αφού έδωσαν τις παραγγελίες τους, τους ευχαρίστησε με ένα ανέκφραστο νεύμα και αποχώρησε μέσα στο σκοτάδι.
«Είναι τόσο όμορφα εδώ», είπε θαυμάζοντας τους ξεβαμμένους μαύρους τοίχους με τις τοιχογραφίες τους που αναπαριστούσαν μεγάλους μουσικούς της τζαζ.
«Ήμουν σίγουρος ότι θα σ’ αρέσει».
Οι ήχοι από τα μουσικά όργανα της μπάντας είχαν αρχίσει να δυναμώνουν, και ο ρυθμός να γίνεται πιο γρήγορος.
«Έχουν προσθέσει αρκετές χαρούμενες νότες» παρατήρησε η Σιμόν.
«Στην τζαζ αυτό γίνεται. Αυτοσχεδιάζουν συνέχεια πάνω σε έναν κεντρικό άξονα.» Σχολίασε ο Άλαν, μην μπορώντας να συγκρατήσει τη δασκαλίστικη του πλευρά.
«Ίσως απλά, να βγάζουν τα συναισθήματα που υπάρχουν εδώ», η Σιμόν ήξερε ότι ο σύντροφός της είχε δίκιο, αλλά δεν ήθελε να του την χαρίσει τόσο εύκολα.
«Κι όχι μόνο. Μάλιστα αν προσέξεις λένε τις ιστορίες τους»! ο Άλαν χάρηκε που ξεκίνησε αυτή η συζήτηση από τόσο νωρίς. Δεν είχαν πολύ χρόνο εξάλλου.
«Δηλαδή»; Το φρύδι της σηκώθηκε μαρτυρώντας την ξαναμμένη περιέργειά της.
«Να, εκεί, βλέπεις το διπλανό ζευγάρι»; ο Άλαν είχε ήδη προσέξει τα παθιασμένα φιλιά τους. Η έντασή τους τους έκανε να φαίνονται ότι ζούσαν τον πρώτο τους έρωτα, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με την όχι και τόσο νεαρή ηλικία τους. Πιο πολύ ενδιαφέρον όμως είχε ότι κάθε φιλί τους κρατούσε όσο και η κάθε νότα του σαξοφώνου.
«Ο σαξοφωνίστας αυτή τη στιγμή παίζει για τις στιγμές που ζουν», της είπε καθώς χάιδευε το χέρι της στοργικά.
«Αυτή η φαντασία σου»
«Είναι μόνο φαντασία; Δες αυτό το αντρόγυνο που χορεύει μπροστά μας, και προσπάθησε να ακούσεις μόνο την τρομπέτα»
Η Σιμόν ήξερε ότι της τα έλεγε για να παίξει με το μυαλό της, αλλά αποφάσισε να συμμετάσχει. Τα βήματά τους ήταν ανατριχιαστικά εναρμονισμένα με το κάθε πάτημα του δαχτύλου του τρομπετίστα. Κάποια στιγμή η τρομπέτα θα έκανε γρήγορες εναλλαγές στις νότες με μια τρίλια και αυτό θα μεταφραζόταν σε γρήγορες πιρουέτες της ντάμας γύρω από τον γκριζομάλλη καβαλιέρο της. Και μόλις φούσκωνε τα μαύρα μάγουλα του φυσώντας με δύναμη μια μακρόσυρτη νότα τότε η γυναίκα θα έπεφτε στην αγκαλιά του άντρα της και θα συνέχιζε να πέφτει μέχρι τα πόδια του, έως ότου ο τρομπετίστας πάρει την επόμενη αναπνοή του.
Ο Άλαν φαινόταν να το διασκεδάζει. Είχε σηκώσει τους δείκτες του και τους κουνούσε πέρα δώθε σαν ένας μαέστρος, όπου η ορχήστρα είναι το ζευγάρι που χόρευε και όχι η ίδια η μπάντα. Η Σιμόν τίναξε το κεφάλι της σαν να βγαίνει από μια ύπνωση, δεν σήμαινε κάτι αυτό. Απλώς χόρευαν ακούγοντας την όμορφη αυτή μουσική.

«Δοκίμασε κι εσύ» της είπε χαμηλόφωνα στο αυτί της ο Άλαν. Η Σιμόν του έδειξε ότι δεν καταλάβαινε κουνώντας το χέρι της.
«Συγκεντρώσου, ας πούμε, στο μπάσο και βρες για ποιον εδώ μέσα παίζει μουσική».
Η Σιμόν έπλεκε νευρικά τις άκρες των μαλλιών της με τα δάχτυλα της καθώς ανίχνευε τους υπόλοιπους θαμώνες του μπαρ. Οι προσεκτικές κινήσεις ενός μελαχρινού νεαρού άντρα της έκανε εντύπωση, έδειχναν ότι κάτι προετοίμαζε. Τα αχνά χρώματα του μάλλον πολυφορεμένου του γιλέκου ίσως να του ξεθώριαζαν επίσης την αυτοπεποίθηση του απέναντι στην κοπέλα του. Εκείνη απέναντί του φαινόταν να μην υποψιάζεται τίποτα και χαμογελούσε κουνώντας το σβέρκο της στον ρυθμό της μουσικής. Στο λαιμό της δέσποζε ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Η Σιμόν δεν το περίμενε ότι θα έβρισκε τόσο εύκολα κάποιον που να ταιριάζει με τη μουσική. Ο νευρικός άνδρας χτυπούσε με την παλάμη του την δεξιά τσέπη του φθηνού παντελονιού του. Κάθε χτύπημα συντονιζόταν απόλυτα με το χτύπημα της χορδής του μπάσου. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στα βλέφαρά της. Τα στακάτα χτυπήματα γινόντουσαν όλο και πιο αποφασιστικά μέχρι που ένας ένας ψιλό ήχος από το τελευταίο χτύπημα οδήγησε το χέρι του μέσα στην τσέπη του. Με την ίδια τολμηρότητα το έβγαλε έχοντας τώρα στη χούφτα του ένα κόκκινο από βελούδο κουτάκι.

Η Σιμόν γύρισε το βλέμμα της στον Άλαν, ο Άλαν τα είχε δει όλα και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Σίγουρα συνέβαινε κάτι μαγικό. Ο Άλαν όμως δεν είχε πρόθεση να σταματήσει μέχρι εδώ. Το υφαντό της ζωής των ανθρώπων μέσα σε αυτό το μπαρ ήταν πιο πολύ πλεγμένο με τις μελωδίες που γέμιζαν το χώρο του απ’ όσο νόμιζε η Σιμόν. Οι ήχοι ξαφνικά άλλαξαν, έγιναν πιο στενάχωροι κατά έναν τρόπο. Τα κλειστά και σφιγμένα μάτια των μουσικών φανέρωναν τον πόνο που δεν λησμονούν.
Ο Άλαν ένοιωσε το στομάχι του να σφίγγει, ξεκίνησε. Μαζί με αυτό έσφιξε και το χέρι της Σιμόν.
«Τι συμβαίνει»; ρώτησε ανήσυχη η Σιμόν, κι αυτή είχε επηρεαστεί από την απότομη στροφή της μουσικής χωρίς όμως να καταλαβαίνει για ποιο λόγο.
Ο Άλαν της έδειχνε το τελευταίο ζευγάρι με τη ματιά του. Η κοπέλα κοιτούσε ξαφνιασμένη το λιτό δαχτυλίδι που της έδειχνε ο φίλος της. Δεν ήξερε τι να πει. Από τη στάση του σώματός της φαινόταν ότι ήταν σε μια άβολη θέση. Φυσικά ο ιδρωμένος άντρας δεν άργησε να καταλάβει. Η σιωπή ήταν αρκετή για να κλείσει το κόκκινο κουτάκι. Ένα κλείσιμο που το συνόδευε η πιο χαμηλή νότα του μπάσου. Έστρεψε τα μάτια του κάτω κι εκείνη τα δικά της. Η Σιμόν γύρισε το θυμωμένο πρόσωπό της στον Άλαν.
“Μα έπρεπε να χαλάσει κάτι τόσο όμορφο”;
Ο Άλαν με το βλέμμα αυτή τη φορά στα πένθιμα μαβί χείλια των μουσικών μοιράστηκε τις γνώσεις του μαζί της.
“Βλέπεις, ένας μουσικός της τζαζ δεν ξεκίνησε να παίζει για να πει μια εύθυμη ιστορία, είναι ο πόνος που τον κάνει να συνεχίζει να δημιουργεί”
Η Σιμόν τον διέκοψε:
“Κι αυτό σημαίνει ότι όλα αυτά που είδαμε θα καταρρεύσουν;”
Ο Άλαν αυτή τη φορά κοίταξε το ζευγάρι που χόρευε. Τώρα είχε σταματήσει να χορεύει.
“Δεν είναι αλήθεια, πες μου ότι κάνεις πλάκα, σε παρακαλώ”
Η φωνή ήταν του Άλαν που έβγαινε από το στόμα του, αλλά τρομαγμένη έβλεπε τα χείλια της χορεύτριας να ανοιγοκλείνουν σε πλήρη συγχρονισμό με τις λέξεις που ειπώθηκαν.
“Είμαι άρρωστος, δεν μπορούσα να στο πω νωρίτερα, συγχώρεσε με”
Ο τρομπετίστας έπαιζε χαμηλόφωνα φαλτσέτα που χανόντουσαν μέσα στις θλιμμένες μελωδίες που έβγαιναν από τα άλλα μουσικά όργανα.
Ο Άλαν πήρε μια μεγάλη αναπνοή και γύρισε στη Σιμόν. Τα μάτια της είχαν ανοίξει τόσο πολύ που οι κόρες τους έμοιαζαν σαν κόκκοι στάχτης σε δυο λευκά σταχτοδοχεία.
Δεν ήθελε να κοιτάξει στο αρχικό διπλανό τραπεζάκι. Ήταν η τελευταία ελπίδα της για ένα αίσιο τέλος. Δυστυχώς θα απογοητευόταν. Οι θυμωμένες φωνές τους δεν άργησαν να σκοτώσουν ότι πάθος υπήρχε πριν.
“Δεν θέλω να σε ξαναδώ”
Στο αριστερό μάγουλο του άντρα είχε αποτυπωθεί η παλάμη της πληγωμένης ερωμένης του. Ενώ μια άλλη γυναίκα που φορούσε μια βέρα ήταν όρθια και τον κοιτούσε από ψηλά.

Και οι τρεις ιστορίες είχαν βυθιστεί σε δάκρυα. Η Σιμόν γύρισε το κεφάλι της στην μπάντα έχοντας την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Μέτρησε τα τέσσερα μουσικά όργανα.
“Τι είναι”; τη ρώτησε ο Άλαν, ανυπόμονος να μάθει αν το συνειδητοποίησε.
‘Το πιάνο, ποια είναι η ιστορία του’;
“Α, αγαπημένη μου,” ο Άλαν με ένα πικρό χαμόγελο συνέχισε
“Βλέπεις, το πιάνο μιλάει για μας”
“Ορίστε”;
“Εμείς είμαστε το μουσικό κομμάτι, Θα μπορούσες να πεις ότι είμαστε τα δυο χέρια του πιανίστα.”
Η Σιμόν δεν δεχόταν την εξήγησή του, πώς γίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο για τις δικές τους ζωές;
“Θυμάσαι που ήμασταν πριν ξεκινήσει η μελωδία; Θυμάσαι από που ήρθαμε πριν μπούμε στο μπαρ”;
Αιφνιδιάστηκε με τις ερωτήσεις του Άλαν. Ήθελε απελπισμένα να του δώσει μια απάντηση. Αλλά το μόνο που θυμόταν ήταν ένα μαύρο κενό. Δεν υπήρχε τίποτα.
“Και τώρα”;
Ο Άλαν χάιδεψε το υγρό μάγουλο της.
“Τώρα περιμένουμε να τελειώσει η μουσική”.
 

Leave a Reply