Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 08 Apr 2013, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Σονάτα της Θάλασσας

 

Μια φυσαλίδα ξεφεύγει από την τρύπα που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι του. Σηκώνει το ρύγχος του ψηλά για να δει το παιχνίδισμα της φούσκας μέσα στο νερό. Φυσάει άλλη μια, και την παρακολουθεί να κυνηγάει την προηγούμενη. Του θυμίζει τον χορό του μαζί με τη σύντροφό του όταν προσπαθούσε να την πείσει να φύγουν μακρυά. Σύντομα οι δυο μικρές σφαίρες από οξυγόνο θα αναπηδήσουν πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας ενώνοντας το εσωτερικό τους με τον υπόλοιπο αέρα. Όμως κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια σκούρα επιφάνεια σκεπάζει ένα κομμάτι της θέας του με την σκιά να σχηματίζει μια μεγάλη γραμμή στην υδάτινη άμμο. Από την μαύρη γραμμή προβάλλουν περίεργα μακριά εξογκώματα. Έχει δει περίεργα σκουλήκια που έβγαιναν μέσα από κοράλλια. Το σκοτάδι της νύχτας τα έκανε να φαίνονται σαν ένα μαύρο τέρας με πολλά μικρά πλοκάμια. Αλλά αυτή η σκιά είναι πολύ μεγάλη για ένα τέτοιο αποτρόπαιο πλάσμα. Σπρώχνει  με την ουρά του τον εαυτό του προς τα πάνω. Βγάζει το κεφάλι του έξω αρπάζοντας την ευκαιρία για να πάρει μερικές ανάσες. Το νερό γυαλίζει κάτω από το σεληνόφως. Κοιτάζει γύρω του και διακρίνει ένα αντικείμενο, σαν αυτό που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να μεταφέρονται. Το πλησιάζει με αργές κινήσεις. Οι φωτισμένες από άσπρο χρώμα γωνίες αναδείκνυαν στο σύνολό τους ανθρώπινα άκρα. Τα ίδια μέλη σωμάτων που κουνούσαν οι άνθρωποι όταν το βλέπανε από μακρυά να πηδάει πάνω από το νερό. Τώρα κρέμονται άκαμπτα πάνω από το πλεούμενο. Ίσως να κοιμούνται. Σπρώχνει με το ρύγχος του την μια πλευρά κι αυτό αρχίζει να πάλλεται αριστερά- δεξιά. Ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο γρήγορος, μέχρι που κάποια άκρα ξαφνικά αρχίζουν να πέφτουν στη θάλασσα, λες και δεν ήταν ποτέ κολλημένα σε σώματα. Το δελφίνι με μια απότομη βουτιά βρίσκεται κάτω από τη βροχή των ανθρώπινων μελών. Συνήθως με τόση κόκκινη σάρκα θα ερχόντουσαν οι κυνηγοί των ονείρων του. Τα κοφτερά τους δόντια ακόμα το τυραννούν στον ύπνο του. Παρόλο που από μικρά τα μάθαιναν να κοιτούν τους καρχαρίες ως ίσους αντιπάλους, ποτέ δεν μπορούσε να τους δει έτσι. Πόσες φορές τον κορόιδευαν για αυτό, όλοι εκτός από τη φίλη του. Τώρα είναι κι αυτοί άφαντοι όπως κι εκείνη.

 

Όλα τα ψάρια, που επέπλεαν ακίνητα, ήταν για το ίδιο. Σηκώνει ένα με το ρύγχος του και το πετάει ψηλά. Παίζει μαζί του. Χωρίς να φοβάται αν θα του το αρπάξουν οι συνομήλικοί του. Όπως κάνανε κάθε φορά όταν έβρισκε κάτι ή προσπαθούσε να φάει. Δεν θα το ξαναενοχλήσουν. Πάντα ένιωθε παράταιρο και συνάμα εγκλωβισμένο στο κοπάδι του. Το μόνο που το κρατούσε ήταν η σύντροφός του.  Τώρα όμως είναι ελεύθερο. Μια ελευθερία που δεν παρηγορεί την μοναξιά του. Αισθάνεται σουβλιές στο στομάχι του, σαν να μπήγονται μύτες από ξύλινα καμάκια ψαράδων. Τα ψόφια ψάρια που έτρωγε δεν του έκαναν πια κάλο. Τόσα ψάρια και δεν μπορεί να φάει ούτε ένα. Αφήνει πίσω του αυτό με το οποίο έπαιζε. Ότι συναντάει είναι νεκρό, λες και είναι η θάλασσα νεκρή. Η ησυχία της είναι κάτι που δεν μπορεί να συνηθίσει ακόμα. Δεν σφυρίζει πια για την πιθανότητα να το ακούσει κάποιος, αλλά περισσότερο για να ακούσει τον εαυτό του. Με αυτόν τον τρόπο στις αρχές είχε υποψιαστεί ότι κάτι πήγαινε στραβά. Όλα σιγά-σιγά σιωπούσαν γύρω από το κοπάδι του σαν να τους πλησίαζε ένα κύμα θανάτου καθώς αμέριμνοι έπαιζαν στα βαθιά. Όταν τα προειδοποίησε χρησιμοποιώντας όλη την ένταση της φωνής του δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Ακόμα και η αγαπημένη του προσπαθούσε να το πείσει να μείνει μαζί τους. Χωρίς τους άλλους, θα ήταν μόνοι τους, δεν θα επιβίωναν. Περίμεναν καρτερικά έως ότου είχαν περικυκλωθεί από την σιωπή. Οι συνηθισμένες υπόκωφες συχνότητες που ερχόντουσαν από ανθρώπινες δημιουργίες είχαν σταματήσει. Όπως και τα λυπητερά τραγούδια των μεγάλων φαλαινών ή τα κροταλίσματα από τις δαγκάνες των καβουριών και αστακών. Τότε κατάλαβαν. Αλλά ήταν πολύ αργά. Τώρα είναι μόνο του κι έχει ήδη διασχίσει μεγάλη απόσταση. Ένα ταξίδι που ξεκίνησε για να βρει έστω κάποιον ζωντανό. Βλέποντας τις βυθισμένες κατασκευές των ανθρώπων θυμάται τα κυνηγητά εξερεύνησης που έκανε μαζί με τα άλλα δελφίνια. Στιγμές που δεν υπήρχε ο ανταγωνισμός, αλλά μόνο ο ενθουσιασμός. Δεν το περίμενε, αλλά του λείπουν. Εκτός από τη φίλη του, αναπολεί και την υπόλοιπη παρέα του. Την ίδια παρέα από την οποία ήθελε να αποδράσει, τώρα την αποζητά.

 

Το νερό είναι πιο ζεστό. Έχει κουραστεί. Το κολύμπι του έχει γίνει αυτόματο. Ακολουθεί μια νοητή ευθεία. Του είχε δείξει το κόλπο η σύντροφός του όταν απομακρυνόντουσαν από το κοπάδι. Δεν πρέπει να ακολουθεί τον ήλιο ή το φεγγάρι, γιατί έτσι θα κάνει κύκλους. Πρέπει να βρίσκει μπροστά του ένα σταθερό σημείο και να κατευθύνεται συνέχεια προς τα εκεί. Τώρα έχει βάλει ως σημάδι κάποιες δεσμίδες φωτός που έρχονταν μέσα από το νερό. Η εικόνα φαινόταν σαν τις τρύπιες σπηλιές που πήγαινε να κρυφτεί. Ο ήλιος κατάφερνε και περνούσε μέσα από τις μικρές σχισμές σχηματίζοντας χρυσά δόρατα. Αυτή τη φορά ανάμεσα σε αυτά τις οριζόντιες χρυσές γραμμές υπάρχει ένα καμπυλωτό σχήμα. Δεν φαίνεται να ανήκει στη θάλασσα, αλλά του μοιάζει με κάτι γνώριμο. Καθώς ο ήλιος πρόβαλε από τον υγρό ουρανό μπορούσε να δει καλύτερα το περιβάλλον στο οποίο έμπαινε. Ένα μέρος που δεν πρέπει να καλυπτόταν κάποτε από νερό, αλλά ένα κομμάτι ξεριάς βυθισμένο. Η άμμος έχει αντικατασταθεί από μια λεία επιφάνεια. Αριστερά και δεξιά από την επιφάνεια ξεχωρίζουν μεγάλοι στύλοι, οι οποίοι στην κορυφή έχουν ένα διάφανο σφαιρικό σχήμα. Ενώ από κάτω τους στέκουν κατασκευάσματα όπως αυτά που είχε δει με τους φίλους του σε κάποια πολύ μεγάλα ναυάγια. Είναι σαν μεγάλα μεταλλικά δοχεία μέσα στα οποία κρύβονταν χταπόδια. Αλλά αντί για χταπόδια βλέπει εγκλωβισμένους ανθρώπους. Νεκροί κι αυτοί. Ακολουθεί την ίδια λωρίδα μέχρι που αρχίζουν γύρω του να επιβάλλονται παράξενοι βράχοι, οι οποίοι είναι αφύσικα κατακόρυφοι και ψηλοί. Η γυαλάδα των βράχων σχεδόν το προσκαλούσε. Καθώς προχωράει υπνωτισμένο, οι ακτίνες του Ήλιου αλλάζουν κατεύθυνση κι αντανακλούν σε διαφορετικές γωνίες. Οι αντανακλάσεις του θυμίζουν τα διαφανή βότσαλα που του είχε δείξει για πρώτη φορά η μητέρα του. Είχε εντυπωσιαστεί. Λαμπύριζαν σαν μικρά άστρα της θάλασσας. Έπειτα, καθώς προσπαθούσε να βρει κι άλλα για να τα δείξει στη φίλη του, ανακάλυψε ότι προερχόντουσαν από σπασμένα αντικείμενα που πετούσαν οι άνθρωποι στη θάλασσα. Με αυτά είχε καταφέρει να κερδίσει την συντροφικότητά της.

 

 Στο τέλος της ευθείας οι βράχοι περικυκλώνουν αυτό που είδε από μακριά. Ένας μεγάλος κύκλος εξέχει από την λεία επιφάνεια. Τόσο μεγάλος που θα χωρούσε μέσα και το ίδιο. Ακριβώς στο κέντρο του κύκλου δεσπόζει μια μορφή που την αναγνωρίζει ως κάποια από το είδος του. Θα μπορούσε να είναι ακόμα και η φίλη του. Χρησιμοποιεί τις τελευταίες του δυνάμεις για να κολυμπήσει γρήγορα προς τη μεριά της. Οι κραυγές του δεν έχουν ανταπόκριση. Η ακινησία της προδίδει την απουσία ζωής. Είναι ένα λευκό ομοίωμα που είναι έτοιμο να πηδήξει προς την επιφάνεια του νερού. Μόνο που το κρατάει στον πυθμένα μια σφαιρική πέτρα. Τα χαρακτηριστικά του του θύμιζαν τη σύντροφό του. Της μοιάζει τόσο πολύ. Πάντα εκεί, αθάνατη. Δεν μπορούσε να χορτάσει από το θέαμα της. Η κούραση είχε καταβάλλει όλο το σώμα του. Ίσως θα ξαποστάσει λίγο εδώ. Να τη βλέπει. Μέχρι να κλείσουν και τα δυο του μάτια.

 

Leave a Reply