Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 22 May 2012, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Ο άνθρωπος από χρυσό: η ιστορία πίσω από τον θρύλο

Ήταν η τρίτη μέρα, όπως διακρινόταν εκεί ψηλά. Μικρά παραθυράκια ελπίδας, μικρές τρύπες που άφηναν κορδέλες ήλιου να περνούν, λεπτές στην αρχή, συμπυκνωμένο φως, που άνοιγαν όσο κατέβαιναν, και εξασθενούσαν χωρίς να προλαβαίνουν να πατήσουν καλά στο έδαφος. Πού να φτάσει μια τόση δα ηλιαχτίδα να φωτίσει το χάος; Γύρισε το βλέμμα της πάλι μπροστά. Με το στόμα στεγνό από σάλιο πήγε να πει μια κουβέντα παρηγοριάς στους άντρες, αλλά το μετάνιωσε. Δεν είχαν νερό για κουβέντες, κάθε σταγόνα ήταν πολύτιμη. Εξάλλου, η ευθύνη της ήταν να τους περάσει στην άλλη άκρη, όχι να τους κάνει να νιώθουν καλά γι' αυτό. Κοίταξε αποφασιστικά την χαραμάδα που είχε απομείνει από το αρχικό μονοπάτι. Θυμόταν ακόμα την ημέρα που ο προηγούμενος οδηγός της το είχε δείξει. Από τότε θα το διέσχιζε για χρόνια αναλαμβάνοντας τον ρόλο του. Ήδη τα πρώτα αγκομαχητά ακούγονταν, αλλά δεν τολμούσαν να παραπονεθούν γιατί φορούσε την κουβέρτα που της είχε απονείμει ο αρχηγός τους. Η θεά του νερού, Τσιέ, κεντημένη με χρυσή κλωστή πάνω της φαινόταν ακόμα και μέσα στο μισοσκόταδο.

ο Τομαγκάτα, το δεξί χέρι του ηγέτη τους διέκοψε τη σιωπή. Ήταν σαν να συνέχιζε τις σκέψεις της:

“Ήμουν μπροστά στην τελετή. Λίγες γυναίκες τις έχουν απονείμει αυτόν τον τίτλο, αλλά από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι είσαι μια πολύ ικανή πολεμίστρια. Πώς όμως θα τα καταφέρουμε τώρα”;

Η Μπατσουέ δεν μπορούσε να αγνοήσει όλους που κρέμονταν από τα χείλη της και περίμεναν να ακούσουν την απάντηση που θα έδινε.

“Μου ζητήσατε να σας πάω να πάω στην πόλη του χρυσού και θα σας πάω”. Όμως η αποφασιστικότητά της δεν ήταν αρκετή για να ενθαρρυνθούν. Ο Ουνζαούα, ο ιερέας της ομάδας, έβαλε τις παλάμες του στις κόκκινες πέτρες που τους είχαν περικυκλώσει λόγω του σεισμού.

“Ο Σουέ, ο θεός του ήλιου, έχει θυμώσει. Θέλει να μας εμποδίσει να πάρουμε το χρυσό του αίμα.”

“Τότε γιατί μας ζήτησε ο Κουεμουεντσατότσα να του φέρουμε όσο περισσότερο χρυσό γίνεται; Δεν ήξερε ότι θα θυμώσει ο Σουέ”; αναρωτήθηκε η Μπατσουέ.

“Θα πρέπει να αναγκάστηκε” ψιθύρισε ο Τομαγκάτα, χωρίς να ξέρει πώς αλλιώς να απαντήσει. Η μυστικοπάθεια του αρχηγού του, αλλά και συγχρόνως φίλου του τον είχε παραξενέψει. Όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο πέρα από το να υπακούσει στη διαταγή του.

“Δεν έχουμε άλλο χρόνο και ούτε νερό για να συζητάμε. Ακολουθήστε με”. Αναφώνησε η οδηγός τους.

Οι μικρές αχτίδες φωτός που ερχόντουσαν από ψηλά ήταν καλό σημάδι, αλλά για να βγουν πάνω από τη γη θα έπρεπε πρώτα να βυθιστούν πιο μέσα σε αυτήν. Η Μπατσουέ πρώτη απ' όλους έπεσε στα γόνατά της και έβαλε τα χέρια της μέσα στην μικρή τρύπα που ξεκινούσε ανάμεσα στους βράχους. Οι άντρες ακολούθησαν από πίσω της. Ευτυχώς, τα σώματα τους δεν είχαν μεγάλες διαστάσεις και τα κιλά τους δεν είχαν φτάσει αυτά του ηγέτη τους. Καθώς σερνόντουσαν μέσα στον ομφάλιο λώρο της σπηλιάς οι καρδιές των ατρόμητων αντρών της φυλής των Μουίσκα χτυπούσαν δυνατά. Η κλειστοφοβία τους δυσκόλευε να αναπνεύσουν. Μετά από πολύ προσπάθεια η οδηγός βγήκε σε ένα άνοιγμα πατώντας με τα δερμάτινα σανδάλια της το λασπωμένο έδαφος. Έδωσε τα χέρια της στον Τομαγκάτα για να τον τραβήξει έξω από τη σήραγγα. Ο καθένας έκανε την ίδια κίνηση στον επόμενο μέχρι να βγουν και οι έντεκα άντρες στην υγρή τρύπα. Καθώς ανίχνευαν το περιβάλλον γύρω τους, το βλέμμα τους αντίκρισε ένα πίδακα από νερό στο κέντρο. Σχεδόν όλοι έτρεξαν να πιουν πέφτοντας στην άκρη του. Η Μπατσουέ φώναξε να σταματήσουν.

“Το νερό είναι άρρωστο!”

Οι άντρες έφτυσαν το νερό απογοητευμένοι.

“Ο προστάτης θεός της φυλής μας, Μποτσικά, το μόλυνε με τη χρυσή του ράβδο για να προστατέψει την πόλη” τους εξήγησε η οδηγός τους. Τώρα όμως η σοφία του θεού τους δεν τους βοηθούσε, είχαν τόσο νερό μπροστά τους, αλλά δεν μπορούσαν να το πιουν. Η εξουθένωση είχε αφαιρέσει το μελαμψό χρώμα από τα πρόσωπά τους δίνοντάς τους μια χλωμή απόχρωση. Ήταν φανερό πια ότι οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν έχοντας πια πιει και την τελευταία σταγόνα από τα δερμάτινα παγούρια τους.

“Καλύτερα να αφήσουμε πίσω αυτούς που έχουν κουραστεί πολύ”, η Μπατσουέ συμβούλεψε τον Τομαγκάτα. Ούτε ο Τομαγκάτα μπορούσε να βρει άλλη λύση. Θα έπρεπε να αρκεστεί ο αρχηγός τους στο λιγότερο χρυσάφι.

“Από που όμως θα πάμε; Δεν βλέπω καμιά διέξοδο”. Η οδηγός τους τότε έδειξε με το δείκτη της τη μικρή λίμνη νερού με ένα χαμόγελο.

“Προσέξτε μόνο μην καταπιείτε από το νερό”, προειδοποίησε η Μπατσουέ.

Ο Τομαγκάτα έτεινε το χέρι του στον ιερέα. “Ουνζαούα, θα έρθεις μαζί μας”;

Ο Ουνζαούα έτεινε το χέρι του και τον έπιασε από το μπράτσο.

“Ποιος άλλος θα εξευμενίσει τον Σουέ όταν θα κόψουμε τις φλέβες του για να πάρουμε αυτό που θέλουμε”;

Η οδηγός τους έλυσε την κουβέρτα από πάνω της και την πέταξε σε μια άκρη που ήταν πιο στεγνά αποκαλύπτοντας το στήθος της. Ήταν το μόνο που την ξεχώριζε από τους άλλους λόγω της ανδροπρεπούς κορμοστασιάς της και το κοντού της μαύρου μαλλιού. Κλείσανε όλοι τις μύτες τους με τα δάχτυλα τους και βούτηξαν με τα πόδια στην λίμνη ο ένας μετά τον άλλον. Το νερό ήταν μαύρο, αλλά η Μπατσουέ ήξερε την διαδρομή απ' έξω. Τα χέρια της έσπρωχναν το νερό προς τα πίσω, χωρίς να παρεκκλίνει από την πορεία της. Θυμόταν την πρώτη της φορά που κολύμπησε σ' αυτά τα νερά. Ήταν τρομοκρατημένη από την αδυναμία της να δει γύρω της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να δείξει τυφλή εμπιστοσύνη στον δάσκαλό της. Τίποτα όμως δεν την είχε προετοιμάσει για αυτό που θα έβλεπε έπειτα. Ήταν σίγουρη ότι τώρα το ίδιο συνέβαινε και στην ομάδα της. Ίσα-ίσα ξεχώριζαν τη φιγούρα της μέσα από τις διάφορες εκρήξεις χρωμάτων που προκαλούσε το μυαλό τους προσπαθώντας να αναπληρώσει την έλλειψη της όρασής τους μέσα στο σκοτάδι. Μόλις άρχισε να τελειώνει η αναπνοή τους, ένα χρυσαφένιο φως περιέλουσε το νερό, τυφλώνοντάς τους για άλλη μια φορά. Τα χέρια τους χτύπησαν τα πρώτα σκαλοπάτια που ήταν σμιλεμένα πάνω στον κόκκινο βράχο. Η οδηγός μαζί με τους δυο άνδρες ακούμπησαν τα πέλματά τους πάνω στα σκαλιά για να περπατήσουν πάνω τους και αναδύθηκαν από τη λίμνη.

Δυο αγάλματα, φτιαγμένα από πέτρα, αναπαριστούσαν τους φρουρούς της χρυσής πόλης. Τα κεφάλια τους στήριζαν από ένα χρυσό στέμμα και μαζί με τα επίσημα ρούχα από χρυσό φορούσαν χρυσά βραχιόλια, κολιέ, σκουλαρίκια, κι ότι άλλο χρειαζόταν για να δείξουν ότι αποτελούν μέλη της αιώνιας πόλης. Στα χέρια τους κρατούσαν δυο δόρατα, των οποίων οι αιχμηρές άκρες ήταν φτιαγμένες από χρυσό. Στην πύλη πίσω από τα αγάλματα ήταν χαραγμένη η θεά Τσιέ, αναγνωρίσιμη από το στέμμα γύρω στο κεφάλι της σε σχήμα ημικυκλίου. Η εικόνα ήταν ίδια με αυτή που είχε στην κουβέρτα που άφησε η Μπατσουέ πίσω, η μόνη διαφορά ήταν ότι από το ημικύκλιο στην πύλη έβγαινε ένα χρυσό φως που έπεφτε στα νερά της λίμνης προϊδεάζοντας τον προσκυνητή για τον πλούτο που θα έβρισκε μέσα. Ο Ιερέας γονάτισε μπροστά στη θεά και ψιθύρισε κάποια λόγια δοξασίας. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος και η γη σείστηκε όπως την πρώτη φορά που μπήκαν στη σπηλιά που κρυβόταν στον πάτο του μεγάλου βραχώδους ανοίγματος της Γκουατεβίτα. Όλοι έπιασαν τα αγάλματα για να στηριχτούν από το τράνταγμα και ο Ιερέας άρχισε να φωνάζει τρομαγμένος.

“Ο Σουέ κατάλαβε ότι είμαστε εδώ. Πρέπει να του μίλησε η Τσιέ”.

“Δεν είναι μόνο αυτό, κοιτάξτε!” Η Μπατσουέ έδειξε το νερό που ήταν στα σκαλοπάτια. Η στάθμη του είχε αρχίσει να ανεβαίνει με αλματώδεις ρυθμούς.

“Οι θεοί μας δείχνουν την οργή τους! Ουνζαούα πρέπει να φύγουμε. Δεν μπορείς ούτε εσύ να ηρεμήσεις όλους τους θεούς”,  ο πολεμιστής Τομαγκάτα   πλησίασε τον ιερέα για να τον πάρει μαζί του στη λίμνη που φούσκωνε όλο και περισσότερο.

“Όχι, πρέπει να πάρουμε όσο χρυσάφι μπορούμε. Το υποσχέθηκα στον αρχηγό μας”. Ο ιερέας είχε σηκωθεί κοιτάζοντας έντονα στα μάτια τον πολεμιστή.

“Γιατί, επιμένεις τόσο πολύ Ουνζαούα; Δεν βλέπεις ότι όλα γύρω μας καταστρέφονται; Τι ξέρεις”; Ο Τομαγκάτα τώρα πλησίαζε απειλητικά τον Ουνζαούα ενώ ο ιερέας οπισθοχωρούσε πλησιάζοντας το ένα από τα δυο αγάλματα. Το νερό είχε αρχίσει να καλύπτει τους αστραγάλους τους.

“Ο μεγάλος ηγέτης μας χρειάζεται όσο περισσότερο χρυσάφι γίνεται για να διαπραγματευτεί την παράδοση μας”. Ο Ουνζαούα δεν μπορούσε να κρύψει άλλο αυτό που ήξερε.

“Ποια παράδοση, τι λες”;

“Την παράδοση μας στους ανθρώπους με τα σιδερένια ρούχα”. Ο Ιερέας συνέχισε να απαντάει στις καταιγιστικές ερωτήσεις του πολεμιστή.

“Γιατί να παραδοθούμε σε κάποιον; Η φυλή μας δεν πρόκειται να παραδοθεί σε κανέναν.”

“Το περίμενε ο Κουεμουεντσατότσα ότι θα αντιδρούσες έτσι. Γιατί νομίζεις σε έστειλε μακριά από αυτόν σε αυτή τη βαρετή αποστολή; Δεν ήθελε να εμποδίσεις τις συνομιλίες του”.

“Ουνζαούα, οι θεοί σε τρέλαναν και δεν ξέρεις τι λες”,  ο Τομαγκάτα έβγαλε το μαχαίρι που είχε κρεμασμένο στη ζώνη του και όρμησε προς τη μεριά του ιερέα “Θα σε πάρω μαζί μου με τη βία”. Η Μπατσουέ προσπάθησε να τρέξει προς τη μεριά τους για να τους χωρίσει, αλλά η λίμνη είχε φτάσει μέχρι τα γόνατά της δυσκολεύοντας την. Όταν έφτασε κοντά τους ήταν πολύ αργά. Η γυναίκα ούρλιαξε όταν είδε την χρυσή άκρη του δόρατος να βγαίνει από την πλάτη του πολεμιστή. Την άλλη άκρη την κρατούσε και με τα δυο του χέρια ο ιερέας, αφού είχε προλάβει να το βγάλει από το χέρι του αγάλματος. Άφησε το δόρυ από τα χέρια του και ο Τομαγκάτα γύρισε ανάσκελα νεκρός κρατώντας την πληγή του. Τα νερά παρέσυραν το άψυχο σώμα του. Η Μπατσουέ δεν πρόλαβε να τον θρηνήσει.

“Θέλεις να ακολουθήσεις τον δρόμο του συμπολεμιστή σου, ή θα γυρίσουμε πίσω με το χρυσάφι του αρχηγού μας”;

Η Μπατσουέ κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να αντισταθεί. Ο χρόνος τους πίεζε ασφυκτικά.

“Πες μου τι να κάνω”.

“Πάρε όλα τα χρυσαφικά από τα αγάλματα και φόρεσέ τα”, την πρόσταξε ο ιερέας πετώντας της ένα από τα στέμματα των αγαλμάτων.

“Μα θα βαρύνω πολύ. Δεν θα μπορέσω να κολυμπήσω!”

“Θα σε βοηθήσω εγώ” της είπε ο ιερέας.

Αυτή η πρόταση ήταν ίδια με αυτή που είχε εκφέρει ο δάσκαλός της μερικές μέρες πριν τον δει για τελευταία φορά. Ήταν όταν την προετοίμαζε για την δοκιμασία που θα είχε μπροστά στον αρχηγό της φυλής τους ώστε να αναλάβει το χρίσμα της πολεμίστριας, αλλά και φύλακα της χρυσής πόλης. Αποτύχαινε επανειλημμένα , αλλά ο μέντοράς της την βοηθούσε κάθε φορά υποδεικνύοντάς της τις αδυναμίες της.

“Να θυμάσαι, ότι ανήκεις σε μια σειρά από πολεμιστές που προστατεύουν τον πολιτισμό των Μουίσκα. Αν η χρυσή πόλη πέσει στους λάθους ανθρώπους, τότε οι Μουίσκα θα σταματήσουν να υπάρχουν”.

Η ευθύνη της Μπατσουέ ήταν πολύ μεγάλη. Όμως ήξερε ότι έπρεπε να σεβαστεί την επιθυμία του ηγέτη της φυλής τους. Θα ήταν για το καλό τους. Η πόλη θα έμενε κρυμμένη σε κάθε περίπτωση όσο είναι στο χέρι της. Είχαν ήδη βουτήξει με την τελευταία αναπνοή που τους είχαν μείνει παγιδευμένη στους πνεύμονες τους. Η επιτυχημένη επιστροφή τους οφειλόταν στην αλληλοβοήθεια του ιερέα και της οδήγου. Ο συνδυασμός των δυνάμεων τους τους οδήγησε στην έξοδο από την οποία είχαν έρθει. Ο Ουνζαούα έσπρωξε την Μπατσουέ προς τα πάνω και μόλις ανέβηκε πάνω ακούστηκε μια ξενόγλωσση φωνή:

 

“El Dorado”! Η Μπατσουέ γύρισε το πρόσωπό της σε αυτόν που φώναξε. Κάποιον που έμοιαζε με άνθρωπο. Το πρόσωπό του ήταν ανθρώπινο, αλλά με διαφορετικό χρώμα δέρματος, το υπόλοιπο όμως σώμα του ήταν από μέταλλο. Φορούσε ένα στέμμα που περιέβαλε όλο το πρόσωπό του και κατέληγε σε μια μυτερή γωνιά πάνω από το κεφάλι του. Τα χέρια του έβγαιναν από ένα σιδερένιο κορμό. Μεγάλη εντύπωση της έκανε και ο διογκωμένος μεταλλικός θώρακάς του αλλά και το ότι φορούσε και σιδερένια παπούτσια. Όμοια ντυμένοι ήταν και άλλοι δυο γενειοφόροι άνδρες. Στα χέρια τους είχαν κάτι σαν δόρατα, αλλά ακόμα και αυτά ήταν φτιαγμένα από σίδερο. Καπνοί εξείχαν από τις άκρες τους σαν να είχαν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα.

“El Dorado”! Συνέχιζε να φωνάζει δείχνοντας την Μπατσουέ. Ένας άνθρωπος που αναγνώρισε από τη φυλή της και ποτέ δεν συμπαθούσε ήταν ο διερμηνέας τους. Πάντα τον έβλεπε σαν ένα δηλητηριώδες φίδι που παραμόνευε κοντά στον αρχηγό τους ώστε να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να τον δαγκώσει.

“Στη γλώσσα μας, σημαίνει άνθρωπος από χρυσό. Κοίτα πως είσαι”. Και η Μπατσουέ είδε τον εαυτό της. Όντως ήταν καλυμμένη από χρυσό. Χρυσά βραχιόλια στα χέρια και στα πόδια, σκουλαρίκια, το χρυσό στέμμα που είχε καρφιτσώσει στα μαλλιά της, ακόμα και τα τεράστια κολιέ που ήταν τυλιγμένα γύρω από το λαιμό της κάλυπταν ολοκληρωτικά το στήθος της. Κοίταξε γύρω της και είδε τους άλλους άντρες που της είχε ανατεθεί να τους πάει στην πόλη του χρυσού. Όλοι σκοτωμένοι, από τα σιδερένια δόρατα τους. Δεν επέτρεψε όμως ούτε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια της. Ο ιερέας ανέβηκε κι αυτός.

Τα διάπλατα μάτια του εκδήλωσαν την έκπληξή του. Τελικά οι άνθρωποι με τα σιδερένια ρούχα τους είχαν ακολουθήσει χωρίς την συγκατάθεσή του.

“Τι κάνουν εδώ”; απευθύνθηκε στον διερμηνέα.

“Μόλις μάθανε ότι θα πηγαίνατε να φέρετε το χρυσό, θέλανε να δουν που είναι η πόλη του χρυσού. Ανατίναξαν την είσοδο και μετά τη σήραγγα, για να σας βρουν πιο εύκολα.”

“Ηλίθιοι, πλημμυρίσατε την πόλη του χρυσού”! Επέπληξε τους ανθρώπους από μέταλλο.

Αυτοί ως απάντηση σήκωσαν τα δόρατα τους, σημάδεψαν με τη μια άκρη τον ιερέα και έφτυσαν για μια στιγμή φωτιά προκαλώντας έναν εκκωφαντικό κρότο. Ο Ουνζαούα έπεσε νεκρός με δυο τρύπες φυτεμένες στο στήθος του από τις οποίες έτρεχε πηχτό αίμα. Η καρδιά της Μπατσουέ σκίρτησε από τον τρόμο και στηρίχτηκε σε μια πέτρινη άκρη. Ήταν μόνη της απέναντί τους. Ο πίδακας από νερό ήταν ανάμεσά τους. Αυτή τη φορά η γη άρχισε να τρέμει χωρίς τη βοήθεια των σιδερένιων ανθρώπων. Η στάθμη του νερού άρχισε να ανεβαίνει απειλητικά πλησιάζοντας τα πόδια όλων μέσα στη σπηλιά. Οι γενειοφόροι άνδρες τρομοκρατημένοι έκαναν νοήματα να έρθει κοντά της. Την ήθελαν ζωντανή. Αυτή τους κοίταξε με ένα κενό βλέμμα. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Προχώρησε με ένα βήμα μπροστά και πήδηξε μέσα στη μικρή λίμνη αφήνοντας τα χρυσαφικά να την βυθίσουν στο πάτο του νερού. Πίσω από τους απογοητευμένους κατακτητές ένα ρεύμα λασπόνερου εκτοξεύτηκε μην μπορώντας το τείχος να το συγκρατήσει. Όλοι οι άντρες είχαν παγιδευτεί.

 

Επίλογος

Τα βιβλία της ιστορίας γράφουν ότι οι Ισπανοί τελικά συλλάβανε τον Κουεμουεντσατότσα, αρχηγό της Τούνζα (πρωτεύουσα της φυλής των Μούισκα), στην σημερινή Κολομβία, ο οποίος μετά από λίγο καιρό πέθανε αιχμάλωτος. «Ελ Ντοράντο» εκείνη την περίοδο, ονομάστηκε ο αρχηγός τον Μουίσκα που στην τελετή μύησης καλυπτόταν με χρυσόσκονη και βουτούσε στην λίμνη Γκουατεβίτα. Έπειτα οι υπήκοοι γέμιζαν μια σχεδία με χρυσαφικά κοσμήματα και την πηγαίνανε στο κέντρο της λίμνης όπου θα ρίχνανε όλα τα κοσμήματα στο βυθό της.  Η απληστία των Ισπανών τους οδήγησε τελικά να αποξηράνουν τη λίμνη χωρίς όμως να βρουν ποτέ κάτι αξιοσημείωτο…

Leave a Reply