Δυο Αγελάδες Γράφουν

Information

This article was written on 21 Jul 2012, and is filled under Δημιουργίες μου.

Current post is tagged

Επέστρεφε…

Ψάχνει μέσα στο ντουλαπάκι δίπλα από τον καθρέφτη του μπάνιου. Ανακατεύει με βιασύνη τα φάρμακα, τις οδοντόκρεμες και τις κολόνιες, χωρίς να βρίσκει αυτό που θέλει. Το αφήνει μισάνοιχτο και δεν αποφεύγει να κοιτάξει τον καθρέφτη. Το είδωλό του μοιάζει σαν να του λείπει ένα κομμάτι. Ελπίζει να βρει έστω ένα χάπι. Πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρά του. Στην κρεβατοκάμαρά τους. Βλαστημάει καθώς πετάει τα ρούχα από τα συρτάρια. Ούτε εδώ, σκέφτεται εκνευρισμένος Θυμάται το σταχτοδοχείο που έχει σταματήσει πια να χρησιμοποιεί από τότε που ξεκίνησε να παίρνει εκείνα τα χάπια. Μια κακή συνήθεια σταμάτησε για να δώσει τη θέση της σε μια άλλη. Ειρωνικό, δεν είναι; Το βρίσκει μέσα στο κομοδίνο, μια γυάλινη κατασκευή με ένα βαθούλωμα που αγκαλιάζει το τσιγάρο με ασφάλεια μέχρι την επόμενη αναγκαία τζούρα. Το πρόσωπό του έλαμψε μόλις είδε το άσπρο δισκίο. Με μια απότομη κίνηση το βουτάει και το βάζει στο στόμα του, σαν να είναι η σωτήρια κάψουλα οξυγόνου για έναν δύτη που δεν έχει άλλο αέρα. Βαθιά ανάσα. Πέφτει στο κρεβάτι του. Αρχίζει ήδη να νιώθει την παρενέργεια του φαρμάκου στο σώμα του. Πριν προλάβουν καλά- καλά να μουδιάσουν τα άκρα του, τα βλέφαρά του έκλεισαν. Μόνο που το σκοτάδι δεν είναι σκοτάδι, αλλά φως. Εκτυφλωτικό φως που προέρχεται από το παράθυρο. Ευτυχώς, το κρύβει αμέσως μια σκιά.

“Επέστρεψες”, του είπε χαμογελαστά η σύντροφός του. Ο άντρας της την κοιτάζει απορημένος. Ξέρει;
“Από το όνειρό σου, χαζέ”, ένα γελάκι της ξεφεύγει και συνεχίζει:
“Είχες βυθιστεί σε βαρύ ύπνο”. Το χέρι της χαϊδεύει το μάγουλό του. Η ζεστασιά της ξεχύνεται σε όλο το σώμα του. Είναι σπίτι. Παίρνει με τα χέρια του την παλάμη της και την φιλάει αργά.
“Τί έπαθες”;
Πηγαίνει να της πει ότι του έλειψε, αλλά σταματάει την τελευταία στιγμή. Δεν θέλει να την ανησυχήσει. Δεν ξέρει για πόσο θα είναι ακόμα μαζί της.
“Σ’ αγαπώ” της ψιθυρίζει. Πάλι γελάει η γυναίκα του και τον αγκαλιάζει.
“Σ’ αγαπάω κι εγώ γλυκέ μου, έλα, σήκω τώρα, πρέπει να πας δουλειά.” Ποια δουλειά; Θέλει να μείνει μαζί της. Όσο περισσότερο γίνεται.

Βλέπει τον εαυτό του ντυμένο. Όρθιο. Η σύντροφός του του δίνει τον χαρτοφύλακα του και τον φιλάει βιαστικά στο στόμα. Αυτός πηγαίνει να την αγκαλιάσει, αλλά η γυναίκα του προλαβαίνει και τον σπρώχνει στην πόρτα.
“Έχεις αργήσει!”
Αυτός, πριν αντιδράσει καλά καλά, είναι αντιμέτωπος με τον σκοτεινό διάδρομο της πολυκατοικίας. Το φως είχε χαθεί. Γυρνάει πίσω και βλέπει το επίσης σκοτεινό χολ του διαμερίσματός τους. Του διαμερίσματός του. Έλειπε. Πρέπει να υπνοβάτησα, εξηγεί στον εαυτό του. Σφίγγει τα δάχτυλά του στην άφαντη λαβή του χαρτοφύλακα. Δεν του έχει μείνει άλλο χάπι. Πρέπει να βρει κι άλλα. Παίρνει την πλαστή συνταγή που του είχε δώσει ο γιατρός για τον εθισμό του, χωρίς να ξέρει ότι του έδινε συγχρόνως το κλειδί της χαμένης ευτυχίας του και κατευθύνεται στο επόμενο φαρμακείο που δεν έχει επισκεφτεί μέχρι τώρα. Ο χρόνος που του παίρνει για να το βρει και να τη δείξει στον φαρμακοποιό εξαφανίζεται όπως ο χρόνος σε ένα όνειρο όταν πας από το ένα σημείο στο άλλο. Ξαφνικά βρίσκεσαι στο επόμενο σημείο.
“Βαρενικλίνη, ε”; τον ρωτάει ο φαρμακοποιός. Ο άντρας νεύει καταφατικά με το κεφάλι του.
“Προσπαθείτε να κόψετε το κάπνισμα, καιρό τώρα;” Ο άντρας δεν του απαντάει μη θέλοντας να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες
“Ξέρετε ότι προκαλεί έντονα όνειρα; και κυρίως εφιάλτες;“
“Θα ζήσω”, λέει ο άντρας και αρπάζει τη μικρή σακούλα με το κουτάκι από τα χάπια που του ετοίμασε ο φαρμακοποιός. Καθώς φεύγει βιαστικά, ο λευκοντυμένος άνθρωπος του φωνάζει:
“Όμως έχω διαβάσει, ότι μπορεί να προκαλέσει και παρατεταμένες επιπτώσεις”.
Ο άντρας ακινητοποιείται, στρέφει το κεφάλι του και τον ρωτάει τι εννοεί.
“Μερικές φορές, ο θεραπευόμενος βλέπει παραισθήσεις στο ξύπνιο του. Σαν να ονειρεύεται μέσα στην ημέρα ενώ το σώμα του παίρνει το τιμόνι για τις βασικές λειτουργίες”.
Ο άντρας δεν δίνει πολύ σημασία και φεύγει χωρίς να πει τίποτα άλλο.

Αντί για το δρόμο, έχει μπροστά του το σαλόνι. Έχει επιστρέψει χωρίς να το καταλάβει για μια άλλη φορά. Τα κενά μνήμης του αυξάνονται. Δεν τον νοιάζει. Θέλει να τη δει, θέλει να τη νιώσει. Βγάζει το κουτί με τα χάπια από τη σακούλα και το ανοίγει με μένος. Θέλει να ζήσει ξανά αυτό τον όμορφο “εφιάλτη”. Έχει σταματήσει να πίνει νερό μαζί με το χάπι εδώ και πολύ καιρό. Το καταπίνει μονοκοπανιά. Ένα εκωφαντικό βουητό στα αυτια του τον κάνει να κλείσει τα μάτια του σφιχτά. Δεν παίρνει όμως πολλή ώρα να σταματήσει και τα ξανανοίγει βλέποντάς την.

“Δεν σε είδα που γύρισες”, τον καλωσορίζει η γυναίκα του. Πώς γίνεται τα όνειρα να είναι πιο ζωντανά από την πραγματικότητα;
“Είπες κάτι”; τον ρωτάει. Αυτός ανοιγοκλείνει το στόμα του για να αρνηθεί χωρίς να βγάλει κάποιο ήχο.
“Διάβαζα Καβάφη, ο αγαπημένος σου”, κοιτάζει την ανθολογία ανοιγμένη στην αγκαλιά της. Τα καστανά μάτια της ήδη διαβάζουν ένα ποίημα. Έχει φτάσει στους τελευταίους στοίχους.
“Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…”
Παίρνει μια βαθιά ανάσα.
“Τι όμορφο. Δεν συμφωνείς”;

Όμως δεν μπορεί να της απαντήσει. Έχει εξαφανιστεί. Χτυπάει το χέρι του στον τοίχο. Ακουμπάει το μέτωπό του στον τοίχο. Θέλει να κλάψει. Κρατιέται. Δεν θα την αφήσει. Παίρνει το ανοιγμένο κουτί και βγάζει στο κρεβάτι όλα τα χάπια. Βάζει όσα χωράνε στην χούφτα του και θεωρεί ότι μπορεί να καταπιεί. Χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα βάζει στο στόμα του και σηκώνει το κεφάλι του ψηλά για να περάσουν οι λευκές ελπίδες πιο εύκολα μέσα από τον οισοφάγο του.

“Σε πήρε ο ύπνος πάλι”, τον ξυπνάει.
Ανοίγει τα μάτια του. Τα μαλλιά της χαϊδεύουν το μπράτσο του. Ανακάθεται στο κρεβάτι του νυσταγμένα.
“Νομίζω ότι είδα έναν εφιάλτη”, απαντάει σκεπτικός.
“Τί”; ρωτάει η σύντροφός του ξαπλώνοντας δίπλα του. Αυτός γέρνει το πρόσωπό του, μέχρι να έρθουν τα μάτια τους αντίκρυ.
“Δεν μπορώ να θυμηθώ”, και σκεπάζει τα χείλη της με το χαμόγελό του.

Leave a Reply